Μάντσεστερ Σιτι: Το έχει ξανακάνει το 1906 με μυστικά ταμεία και τιμωρήθηκε με αναγκαστική δημοπρασία που διέλυσε την ομάδα της!
Στις αρχές του 20ού αιώνα, πολύ πριν από τις σύγχρονες συζητήσεις περί οικονομικού ελέγχου στο ποδόσφαιρο, η Μάντσεστερ Σίτι βρέθηκε στο επίκεντρο ενός από τα πιο δραματικά πειθαρχικά επεισόδια στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου. Το 1906 η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία Αγγλίας (FA) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο σύλλογος επί χρόνια παρέβαινε συστηματικά τους κανονισμούς με «εξαιρετικά αδίστακτα μέσα». Δεκαεπτά παίκτες τιμωρήθηκαν, διοικητικοί παράγοντες αποκλείστηκαν ισοβίως και ο σύλλογος υποχρεώθηκε ουσιαστικά να ξεπουλήσει το ρόστερ του για να αντέξει τα πρόστιμα και να ξαναχτίσει την ομάδα. Όσο κι αν ακούγεται απίστευτα και σατανικά παρόμοιο με την τωρινή εποχή, ήταν το μεγαλύτερο σκάνδαλο σε οικονομική βάση που είχε αντιμετωπίσει μέχρι τότε στα 30 χρόνια του το αγγλικό ποδόσφαιρο και από εκείνη την ζημιά η ομάδα της Σιτι έκανε τουλάχιστον τρεις δεκαετίες να συνέλθει!

Γράφει ο Maverick
Κοίταξα αυτές τις μέρες γενικότερα το τι γράφεται στον ελληνικό Τύπο σχετικά με το θέμα της Σιτι και τα περισσότερα κείμενα δυστυχώς έχουν τεράστια κενά και αρκετές ανακρίβειες. Ακόμα χειρότερο το γεγονός ότι ούτε στα αγγλικά ΜΜΕ έχει γίνει ξεχωριστή αναφορά σε εκείνη την υπόθεση του 1906 που δεν ξεκίνησε ως καθαρά οικονομικό σκάνδαλο αλλά εντελώς τυχαία από ένα επεισόδιο στον αγωνιστικό χώρο!
Το επεισόδιο κατέληξε σε αποκάλυψη ενός ολόκληρου συστήματος παράνομων πληρωμών.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1900 η Σίτι ζούσε την πρώτη της χρυσή εποχή. Το 1904 κατέκτησε το Κύπελλο Αγγλίας και στις επόμενες σεζόν τερμάτισε 2η, 3η και 5η στην Α΄ Κατηγορία. Πίσω από την άνοδο στεκόταν, μεταξύ άλλων, ο μεγιστάνας του Τύπου Έντουαρντ Χάλτον, ενώ στην επίθεση δέσποζε ο Ουαλός εξτρέμ Μπίλι Μέρεντιθ, ένας από τους μεγαλύτερους αστέρες της εποχής.
Το πρόβλημα ήταν ότι το αγγλικό ποδόσφαιρο εκείνη την περίοδο επέβαλλε ανώτατο εβδομαδιαίο μισθό 4 λιρών. Ο κανονισμός είχε σχεδιαστεί ακριβώς για να εμποδίζει τους πλούσιους συλλόγους να συγκεντρώνουν όλα τα ταλέντα. Η Σίτι, σύμφωνα με την έρευνα που ακολούθησε, πλήρωνε συστηματικά περισσότερα. Ο Μέρεντιθ έπαιρνε 6 λίρες την εβδομάδα — 50% πάνω από το όριο — ενώ καταβάλλονταν και μεγάλα παράνομα μπόνους. Μόνο τη σεζόν 1903-04 τα μπόνους υπολογίστηκαν σε περισσότερες από 681 λίρες.
Το κόλπο ήταν απλό και δύσκολο να εντοπιστεί: ποσοστό από τα έσοδα των εισιτηρίων διοχετευόταν σε ιδιωτικούς τραπεζικούς λογαριασμούς διοικητικών παραγόντων και από εκεί κατέληγε στους παίκτες, εκτός επίσημων βιβλίων.
Η FA είχε ήδη ερευνήσει τον σύλλογο το 1904, μετά την ξαφνική άνοδό του. Τότε επέβαλε πρόστιμο 250 λιρών, έκλεισε προσωρινά το γήπεδο Χάιντ Ρόουντ και τιμώρησε ορισμένους διευθυντές. Δεν εντόπισε, όμως, το βάθος του συστήματος. Αυτό θα άλλαζε δύο χρόνια αργότερα.
Το τελικό ματς της σεζόν 1904-05, απέναντι στην Άστον Βίλα, εξελίχθηκε σε χάος. Η Σίτι διεκδικούσε ακόμη τον τίτλο. Η Βίλα κέρδισε 3-2. Στον αγώνα και μετά από αυτόν σημειώθηκαν επεισόδια: ο Σάντι Τέρνμπουλ της Σίτι ήρθε στα χέρια με τον αρχηγό της Βίλα, Άλεξ Λικ. Στην έρευνα που ακολούθησε, ο Λικ κατηγόρησε τον Μέρεντιθ ότι του είχε προσφέρει 10 λίρες για να «πουλήσει» τον αγώνα.
Ο Μέρεντιθ αρνήθηκε την κατηγορία. Είπε ότι επρόκειτο για αστείο και ότι τον έκαναν εξιλαστήριο θύμα, εν μέρει επειδή αγωνιζόταν δημόσια υπέρ της κατάργησης του ανώτατου μισθού. Η FA δεν τον πίστεψε και του επέβαλλε για σχεδόν έναν χρόνο αποκλεισμό από κάθε αγωνιστική δραστηριότητα.
Η Σίτι αρνήθηκε να του πληρώσει μισθό όσο ήταν τιμωρημένος. Ο Μέρεντιθ, εξοργισμένος, άρχισε να μιλά. Και όταν μίλησε, αποκάλυψε όχι μόνο την υπόθεση της δωροδοκίας, αλλά ολόκληρο το παρασκήνιο των παράνομων πληρωμών. «Δεν πιστεύω ότι κανένας παίκτης της ομάδας μας πληρωνόταν λιγότερο από εμένα», δήλωσε. Υποστήριξε επίσης ότι αν υπήρχε εντολή για δωροδοκία, αυτή είχε δοθεί από τον γραμματέα που ήταν ταυτόχρονα ο μάνατζερ της ομαδας Τομ Μέιλι.
Τον Μάρτιο του 1906 άνοιξε νέα έρευνα. Στις 31 Μαΐου 1906 οι επίτροποι της FA ανακοίνωσαν τα πορίσματα. Η ετυμηγορία ήταν καταπέλτης με τις ποινές πρωτοφανείς για την εποχή:
Ο σύλλογος πλήρωσε πρόστιμο 250 λιρών.
Δεκαεπτά εν ενεργεία και πρώην παίκτες πλήρωσαν πρόστιμα συνολικού ύψους 900 λιρών και αποκλεισμό μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1907. Ταυτόχρονα τους απαγορεύτηκε να ξαναφορέσουν τη φανέλα της Σίτι.
Ο Μέρεντιθ και ο Τζορτζ Λίβινγκστοουν πλήρωσαν από 100 λίρες ο καθένας. Άλλοι παικτες υποχρεώθηκαν σε ποινες 75, 50 ή 25 λιρών.
Ο μάνατζερ Τομ Μέιλι και ο πρώην πρόεδρος Γουόλθαμ Φόρεστ αποκλείστηκαν ισοβίως από το αγγλικό ποδόσφαιρο.
Δύο διευθυντές αποκλείστηκαν για επτά μήνες· οι υπόλοιποι υποχρεώθηκαν να παραιτηθούν.
Με άλλα λόγια, η FA δεν τιμώρησε μόνο τη διοίκηση. Ξήλωσε σχεδόν ολόκληρη την ομάδα που είχε φτάσει στην κορυφή της Αγγλίας.
Για να πληρωθούν τα πρόστιμα και να συγκεντρωθούν χρήματα για την επόμενη σεζόν, η Σίτι αναγκάστηκε να διαθέσει προς πώληση τους τιμωρημένους παίκτες. Η εικόνα που πέρασε στην ιστορία είναι σχεδόν κινηματογραφική: αντίπαλοι σύλλογοι μαζεύτηκαν στο Queen’s Hotel του Μάντσεστερ και οι ποδοσφαιριστές πουλήθηκαν σαν σε δημοπρασία Ορισμένοι ιστορικοί έχουν μιλήσει για αίθουσα γεμάτη καπνό, όπου οι παίκτες «μοιράστηκαν» σε αντίπαλες ομάδες. Άλλες έρευνες τοποθετούν μέρος των συμφωνιών και στο ίδιο το Χάιντ Ρόουντ. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: η Σίτι απογυμνώθηκε και έκανε τριάντα χρόνια να συνέλθει.
Ο μεγάλος κερδισμένος ήταν η γειτονική Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ο μάνατζέρ της, Έρνεστ Μάνγκναλ, εξασφάλισε τέσσερις από τους καλύτερους: τον Μέρεντιθ (με περίπου 500 λίρες), τον Χέρμπερτ Μπέρτζες, τον Σάντι Τέρνμπουλ και τον Τζίμι Μπάνιστερ. Ο Μέρεντιθ μετακινήθηκε όσο ακόμη ήταν τιμωρημένος και ένας οπαδός της Γιουνάιτεντ κάλυψε και το πρόστιμο των 100 λιρών του.
Η ειρωνεία ήταν σκληρή. Την επόμενη περίοδο, με πέντε πρώην παίκτες της Σίτι στο ρόστερ, η Γιουνάιτεντ κατέκτησε το πρώτο πρωτάθλημα της ιστορίας της (1907-08). Λίγο αργότερα πήρε και το Κύπελλο Αγγλίας, με τον Τέρνμπουλ να σκοράρει στον τελικό.
Η Σίτι πλήρωσε ακριβά. Μετά τις θέσεις 2η, 3η και 5η των προηγούμενων ετών, ακολούθησαν 17η, 3η και 19η θέση. Το 1909 υποβιβάστηκε. Χρειάστηκε να περάσουν τρεις δεκαετίες μέχρι να κατακτήσει πρωτάθλημα, το 1936-37.
Πολλοί τότε υποστήριξαν ότι η Σίτι δεν ήταν η μόνη που πλήρωνε πάνω από το όριο. Ο ίδιος ο Μέιλι ισχυρίστηκε ότι αν ερευνούνταν όλες οι ομάδες της Α΄ Κατηγορίας, «ούτε τέσσερις δεν θα έβγαιναν αλώβητες». Η FA, ωστόσο, έριξε όλο το βάρος σε έναν σύλλογο που είχε γίνει πολύ επιτυχημένος, πολύ γρήγορα — και είχε την ατυχία να εκτεθεί από τον δικό της μεγαλύτερο σταρ.
Έτσι, το 1906 η Μάντσεστερ Σίτι δεν τιμωρήθηκε απλώς με πρόστιμο. Τιμωρήθηκε με τη διάλυση της ομάδας της. Οι παίκτες πουλήθηκαν, οι αντίπαλοι ενισχύθηκαν και μια ολόκληρη χρυσή γενιά διαλύθηκε μέσα σε λίγους μήνες. Ήταν, με όρους εποχής, το πλησιέστερο σε «αναγκαστική εκποίηση» που έχει γνωρίσει μεγάλος αγγλικός σύλλογος — και παραμένει ένα από τα πιο σκληρά παραδείγματα του τι μπορεί να σημαίνει οικονομική ατασθαλία όταν η τιμωρία δεν σταματά στα χαρτιά, αλλά αγγίζει την ίδια την καρδιά του ρόστερ.
Αν αυτό σας κάνει πολύ κοντινό με την τωρινή περίπτωση έχετε δίκιο... Με αθέμιτα μέσα δημιουργήθηκε μία πραγματικά πανίσχυρη ομάδα και ακόμα κι αν ισχύει το γεγονός ότι όλοι το κάνουν όπως είχαν ισχυριστεί και τότε οι άνθρωποι της Σίτι την πληρώνει πάντα αυτός που πιάνεται! Διαχρονικό ρητό και στο ντόπινγκ του στίβου της κολύμβησης και της ποδηλασίας!
























