Ο Τσάβι στην εθνική Ολλανδίας: Καλή επιλογή ή επικίνδυνο στοίχημα;
Ενώ ο Λουίς Ενρίκε γιόρταζε ακόμα έναν ευρωπαϊκό τίτλο, η είδηση έσκασε αναπάντεχα: ο Τσάβι Ερνάντεθ είναι ο νέος προπονητής της εθνικής Ολλανδίας. Συμβόλαιο μέχρι το Μουντιάλ του 2030, αντικατάσταση για δεύτερη φορά του Ρόναλντ Κούμαν (μετά την Μπαρτσελόνα) και επιστροφή σε κάτι που ο ίδιος φαίνεται να επιθυμούσε εδώ και καιρό: μια εθνική ομάδα, ανταγωνιστική, με φιλοσοφία που γνωρίζει σε βάθος. Σε θεωρητικό επίπεδο, η επιλογή μοιάζει σχεδόν ιδανική. Είναι όμως;

Γράφει ο Maverick
Ο Τσάβι δεν είναι ένας ακόμα ξένος προπονητής. Είναι προϊόν της ίδιας ποδοσφαιρικής μήτρας που γέννησε το σύγχρονο ολλανδικό ποδόσφαιρο. Μεγάλωσε στην Μπαρτσελόνα της επιρροής Κρόιφ και Μίχελς, έπαιξε υπό Φαν Χάαλ και Ράικαρντ, μοιράστηκε αποδυτήρια με Ολλανδούς διεθνείς. Το «είμαι λίγο γιος του ολλανδικού ποδοσφαίρου» που δήλωσε δεν είναι απλή ρητορική. Είναι βιογραφικό.
Η Ολλανδία του 2026 δεν χρειάζεται κάποιον που θα μάθει από την αρχή στους παίκτες τι σημαίνει κατοχή, δημιουργία και επιθετική πρόθεση. Πολλοί από αυτούς έχουν ήδη γαλουχηθεί σε συστήματα που φέρουν έντονα το αποτύπωμα της Μπαρτσελόνα ή της ολλανδικής σχολής. Ο Τσάβι μπορεί να μιλήσει την ίδια γλώσσα χωρίς μεταφραστή. Και σε μια εθνική ομάδα, όπου ο χρόνος είναι περιορισμένος, αυτό μετράει περισσότερο από οποιοδήποτε τακτικό σχέδιο σε χαρτί.
Υπάρχει, όμως, και η άλλη πλευρά. Και είναι αυτή που κάνει την επιλογή ενδιαφέρουσα αλλά και επικίνδυνη.
Το ολλανδικό ποδόσφαιρο κουβαλάει εδώ και δεκαετίες μια βαθιά ριζωμένη αίσθηση ανωτερότητας. Μια σχεδόν μυθική πεποίθηση ότι η «σχολή» τους είναι κορυφαία και ότι οι άλλοι λαοί απλώς μαθαίνουν από αυτούς. Όταν αυτή η αφήγηση συναντά έναν Ισπανό προπονητή –ακόμα κι αν αυτός ο Ισπανός είναι ο Τσάβι– η αντίδραση μπορεί να γίνει περίεργη, σκληρή και συχνά άδικη. Δημοσιογράφοι, πρώην παίκτες και φίλαθλοι έχουν αποδείξει πολλές φορές ότι δεν διστάζουν να γκρινιάζουν όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως φαντάζονται ότι «πρέπει» να πηγαίνουν.
Και εδώ μπαίνει το ουσιαστικό ερώτημα: είναι η Ολλανδία σήμερα τόσο καλή όσο νομίζει; Τα τελευταία χρόνια δεν παράγει με την ίδια ευκολία παίκτες παγκόσμιας κλάσης όπως παλιά. Η έξοδος από το Μουντιάλ απένταντι στο Μαρόκο δεν ήταν ατύχημα. Ήταν σύμπτωμα. Πολλοί Ολλανδοί συνεχίζουν να πιστεύουν ότι το πρόβλημα είναι κυρίως τεχνικό ή προπονητικό και ότι με τον σωστό άνθρωπο θα επανέλθουν αυτόματα στην κορυφή. Αυτή η φαντασίωση μπορεί να γίνει βαρίδι για οποιονδήποτε προπονητή.
Ο Τσάβι ξέρει τι σημαίνει πίεση και τι σημαίνει να σε κρίνουν με βάση μια φιλοσοφία που δεν σου ανήκει αποκλειστικά. Στην Μπαρτσελόνα το έζησε. Στην εθνική Ολλανδίας μπορεί να το αισθανθεί ακόμα πιο έντονα, γιατί εκεί η φιλοσοφία θεωρείται εθνικό κληροδότημα.
Είναι, λοιπόν, καλή επιλογή;
Ναι, αν ο στόχος είναι να χτιστεί κάτι συνεκτικό, αναγνωρίσιμο και επιθετικό με ορίζοντα το 2030. Ο Τσάβι φέρνει ακριβώς αυτό που η Ολλανδία δηλώνει ότι θέλει: κατοχή, δημιουργία, επιθετική πρόθεση και σεβασμό στην ιστορία της. Είναι ρεαλιστής, όχι ρομαντικός. Και έχει αποδείξει ότι μπορεί να κερδίσει τίτλους όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν.
Όχι, αν η Ολλανδία περιμένει μαγικές λύσεις από έναν προπονητή χωρίς να κοιτάξει τον καθρέφτη. Αν συνεχίσει να πιστεύει ότι απλώς χρειάζεται τον «σωστό» τεχνικό για να ξαναγίνει αυτό που ήταν, τότε ο Τσάβι θα βρεθεί σε αδιέξοδο που δεν δημιούργησε ο ίδιος.
Η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Η επιλογή έχει λογική και αισθητική. Έχει όμως και ρίσκο. Και το ρίσκο δεν αφορά τόσο τον Τσάβι όσο την ικανότητα του ολλανδικού ποδοσφαίρου να δεχτεί ότι η σχολή του δεν είναι πλέον αυτόματα η καλύτερη του κόσμου. Αν το καταλάβει, ο Τσάβι μπορεί να γίνει ο άνθρωπος που θα την ξανακάνει ανταγωνιστική. Αν όχι, θα γίνει απλώς άλλος ένας προπονητής που «δεν κατάλαβε» την Ολλανδία.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι η ιστορία αυτή θα αξίζει να την παρακολουθήσουμε.
























