Ο Φράνκο Μπαρέζι κάθε Κυριακή έδειχνε πως το ποδόσφαιρο κερδίζεται πρώτα με το μυαλό και μετά με τα πόδια

Διάβαζε το παιχνίδι πριν καν γεννηθεί η φάση. Προέβλεπε την πάσα, την κίνηση, την πρόθεση του αντιπάλου. Ήταν ο τελευταίος στην άμυνα και ο πρώτος στην επίθεση. Όταν κέρδιζε τη μπάλα – με εκείνα τα εμβληματικά, χειρουργικά σχεδόν  τάκλιν ή με μια απλή, κομψή πρόβλεψη – δεν την έδινε απλώς στον διπλανό. Την έπαιρνε και ξεκινούσε την αντεπίθεση. Η άμυνα της Μίλαν δεν ήταν τείχος. Ήταν ορχήστρα. Και ο Μπαρέζι κρατούσε την μπαγκέτα. Το άκουσμα του θανάτου του, σκόρπισε θλίψη όχι μόνο στους φίλους της Μίλαν εκεί που πέρασε όλη του την καριέρα αλλά σε οποιονδήποτε αγάπησε αυτό το άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο!  



Ο Φράνκο Μπαρέζι κάθε Κυριακή έδειχνε πως το ποδόσφαιρο κερδίζεται πρώτα με το μυαλό και μετά με τα πόδια

Γράφει ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος 

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και για σχεδόν μια ολόκληρη δεκαετία μετά, κανείς δεν το αμφισβητούσε: ο κορυφαίος κεντρικός αμυντικός του κόσμου φορούσε το νούμερο 6 της Μίλαν και της Ιταλίας. Δεν είχε το ανάστημα του γίγαντα ούτε την ωμή δύναμη που πολλοί θεωρούσαν απαραίτητη. Με το 1,76 του ύψος και το λεπτό κορμί, ο Μπαρέζι αποδείκνυε κάθε Κυριακή ότι το ποδόσφαιρο κερδίζεται πρώτα με το μυαλό.

Υπό τον Αρίγκο Σάκι, έγινε ο πυλώνας της άμυνας, ο άνθρωπος που σήκωνε το χέρι και τραβούσε την γραμμή του οφσάιντ σαν μαέστρος. Ηγέτης χωρίς πολλές λέξεις. Ο Πάολο Μαλντίνι, που έπαιξε δίπλα του για χρόνια, έλεγε πως δεν χρειαζόταν να φωνάζει. Αρκούσε ο τρόπος που προπονούνταν, ο τρόπος που έμπαινε στις μονομαχίες, ο τρόπος που σήκωνε τους άλλους με την παρουσία του.

Σκληρός όταν έπρεπε, καθαρός όσο μπορούσε, ακαταμάχητος στη συγκέντρωση. Οι αντίπαλοι έλεγαν πως μετά από ματς κόντρα του, τα πόδια τους χρειαζόντουσαν πάγο και αντιφλεγμονώδη. Και όμως, ποτέ δεν βασιζόταν μόνο στη δύναμη. Βασιζόταν στην εξυπνάδα, στην υπομονή, στην τέλεια τοποθέτηση.

Και μετά ήρθε το 1994. Το Μουντιάλ των Ηνωμένων Πολιτειών. Δεύτερο ματς ομίλου, Ιταλία – Νορβηγία, 23 Ιουνίου. Ο Μπαρέζι γλιστράει, νιώθει κάτι να σπάει μέσα στο γόνατο. Ρήξη μηνίσκου. Οι γιατροί μιλάνε για μήνες αποθεραπείας. Η σεζόν, το τουρνουά, όλα μοιάζουν τελειωμένα για έναν παίκτη 34 ετών που ζούσε την τελευταία του μεγάλη διοργάνωση.

Ο Μπαρέζι αρνείται να αποδεχτεί το τέλος. Χειρουργείται άμεσα. Δύο μέρες μετά στέκεται στα πόδια του. Αρχίζει μια κούρσα ενάντια στον χρόνο, ενάντια στον πόνο, ενάντια στην κοινή λογική. Είκοσι τέσσερις  μέρες αργότερα, στις 17 Ιουλίου, στο καυτό Rose Bowl της Πασαντίνα, με 36 βαθμούς και υγρασία που έλιωνε τα κόκαλα, βγαίνει πρώτος από το τούνελ με το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Απέναντι στον Ρομάριο και τον Μπεμπέτο. Με ένα γόνατο που πριν λίγες εβδομάδες ήταν ανοιχτό στο χειρουργείο. Αν κάποιος θέλει να λέγεται ηγέτης το δείχνει. Δε χρειάζεται να το φωνάζει! 

Παίζει και τα 120 λεπτά. Ακυρώνει σχεδόν τα πάντα. Στέκεται όρθιος όταν οι κράμπες τον ρίχνουν κάτω, σηκώνεται ξανά και ξανά. Είναι ίσως η μεγαλύτερη εμφάνιση της καριέρας του – και ο ίδιος το παραδέχτηκε αργότερα. Όταν έρχονται τα πέναλτι, δεν διστάζει. Παίρνει πρώτος την ευθύνη. Η μπάλα φεύγει ψηλά. Και τότε πέφτει στα γόνατα. Κλαίει. Για πρώτη και τελευταία φορά στη δημόσια ζωή του, ο ατσάλινος Φράνκο Μπαρέζι μας έδειξε και  πόσο ανθρώπινος ήταν.

Εκείνη η εικόνα δεν σκίασε τον θρύλο. Τον ολοκλήρωσε. Γιατί ο Μπαρέζι δεν κέρδισε μόνο τρόπαια (έξι πρωταθλήματα, τρία Κύπελλα Πρωταθλητριών) με τη Μίλαν, αλλά και ένα Παγκόσμιο Κύπελλο το 1982 και ας μην είχε μεγάλη συμβολή!

Κέρδισε κάτι πιο σπάνιο: τον σεβασμό και την αγάπη ενός ολόκληρου κόσμου που είδε σε αυτόν τον άνθρωπο που έκανε την άμυνα τέχνη και την αφοσίωση τρόπο ζωής.

Ο Ντιέγκο Μαραντόνα σπάνια φορούσε κάποια φανέλα αντιπάλου ποδοσφαιριστή με τον οποίο είχε αλλάξει κατά  τη διάρκεια της παρουσίας του  στην Ιταλία. Του Μπαρέζι την φόρεσε επιτόπου φεύγοντας από το γήπεδο κάνοντας και μία δήλωση ότι είναι ο καλύτερος αμυντικός που έχει αντιμετωπίσει ποτέ! Αυτό κι αν ήταν εύσημο, όπως έλεγε ο ίδιος ο Φράνκο…

Σήμερα, καθώς η ποδοσφαιρική οικογένεια θρηνεί, μένει η ανάμνηση ενός παίκτη που δεν χρειαζόταν να είναι ο ψηλότερος ή ο πιο δυνατός. Χρειαζόταν μόνο να είναι ο Μπαρέζι. Και αυτό αρκεί  για να γίνει αθάνατος.