Κάποτε, για να γίνεις πρωθυπουργός της Αγγλίας, έπρεπε να περάσεις πάνω από φυσιογνωμίες, τώρα αρκεί να υποκλιθείς στους Άραβες!
Η θέση του πρωθυπουργού στη Βρετανία ήταν κάποτε αξίωμα, όχι συμβόλαιο ορισμένου χρόνου. Από εκεί πέρασαν ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, που κράτησε όρθια μια χώρα και ολόκληρη την Ευρώπη την ώρα που κατέρρεε, ο Λόιντ Τζορτζ, ο Κλέμεντ Άτλι που έχτισε το Εθνικό Σύστημα Υγείας πάνω στα ερείπια του πολέμου, ο Χάρολντ Μακμίλαν, ο Χάρολντ Ουίλσον, ο Έντουαρντ Χιθ, ο Άντονι Ίντεν — που βρέθηκε στη δίνη της κρίσης του Σουέζ, αλλά τουλάχιστον έπεσε για μια απόφαση που αφορούσε τη θέση της χώρας στον κόσμο — και η Μάργκαρετ Θάτσερ. Συμφωνούσε κανείς ή διαφωνούσε, όλοι τους επρόκειτο για φυσιογνωμίες. Ακόμη και ο Τόνι Μπλερ, όσο κι αν τον βαραίνει το Ιράκ, κυβέρνησε μια δεκαετία και άφησε αποτύπωμα. Σήμερα το ίδιο αξίωμα μοιάζει με πάγκο προπονητή σε σύλλογο που κάθε φορά που χάνει δύο σερί ματς κάνει αλλαγές!
Γράφει ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος
Από το δημοψήφισμα για το Brexit το 2016 που διέλυσε την οικονομία της και μετά η Βρετανία έχει αλλάξει επτά πρωθυπουργούς: Κάμερον, Μέι, Τζόνσον, Τρας, Σούνακ, Στάρμερ, Μπέρναμ. Επτά σε μια δεκαετία. Η Λιζ Τρας άντεξε 49 μέρες, λιγότερες από ένα μαρούλι στο ψυγείο, και έβγαλε τη χώρα στο χείλος χρηματοπιστωτικού πανικού.
Ο Μπόρις Τζόνσον κυβέρνησε σαν να έκανε stand-up σε δεξίωση, μέχρι που τον έδιωξαν οι δικοί του. Ο Ρίσι Σούνακ πέρασε ως διαχειριστής πτώχευσης.
Αυτός που πραγματικά διασύρθηκε ήταν ο Κιρ Στάρμερ που κέρδισε τις εκλογές του 2024 με τεράστιο ποσοστό και σε δύο χρόνια τον έβγαλαν έξω από την Ντάουνινγκ Στρίτ οι βουλευτές του ίδιου του κόμματός του. Δεν τον έριξε η κάλπη. Τον έριξε η κοινοβουλευτική ομάδα. Αυτό, σε μια χώρα που κάποτε μετρούσε πρωθυπουργούς με το μέτρο του αιώνα, είναι η οριστική ταπείνωση του θεσμού.
Και δεν είναι μόνο ποιοι πέρασαν. Είναι και ποιοι δεν πέρασαν, γιατί μπροστά τους έπεφταν άνθρωποι άλλου διαμετρήματος. Ο Χιου Γκέιτσκελ πέθανε αρχηγός της αντιπολίτευσης χωρίς να προλάβει την Ντάουνινγκ Στριτ. Ο Μάικλ Φουτ ηγήθηκε των Εργατικών και δεν έγινε ποτέ πρωθυπουργός. Ο Γουίλιαμ Χέιγκ, ο Ίαν Ντάνκαν Σμιθ, ο Τζέρεμι Κόρμπιν: αρχηγοί της αξιωματικής αντιπολίτευσης όλοι τους και κανείς τους στο νούμερο 10. Ο Τόνι Μπεν, η πιο ενοχλητική και η πιο σοβαρή συνείδηση της βρετανικής Αριστεράς επί δεκαετίες, διεκδίκησε την ηγεσία και δεν την πήρε ποτέ.
Σήμερα πρωθυπουργός γίνεται κάποιος που μέχρι τον Ιούνιο ήταν δήμαρχος του Μάντσεστερ και μπήκε στη Βουλή με αναπληρωματική εκλογή για να τον στέψει το κόμμα χωρίς αντίπαλο. Δεν τον επέλεξε η χώρα. Τον επέλεξε μια κοινοβουλευτική ομάδα που τρόμαξε από τις ακροδεξιές κορώνες του Νάιτζελ Φάρατζ.
Η πρώτη σοβαρή δοκιμασία του Άντι Μπέρναμ το έδειξε καθαρά. Ανεξάρτητη επιτροπή έκρινε ένοχη τη Μάντσεστερ Σίτι για την πλειονότητα των 115 κατηγοριών παραβίασης των οικονομικών κανόνων της Πρέμιερ Λιγκ. Η λέξη Sham υπήρχε στην απόφαση πέντε φορές! Καταπέλτης που μιλά για συστηματική παραβίαση επί σχεδόν μία δεκαετία και για εικονικά συμβόλαια που έκρυβαν μυστική χρηματοδότηση άνω των 880 εκατομμυρίων λιρών.
Ιδιοκτήτης, από το 2008, ο σεΐχης Μανσούρ του Άμπου Ντάμπι, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Και η πρώτη κουβέντα του Βρετανού πρωθυπουργού δεν ήταν ότι ένας σύλλογος που αγόρασε τίτλους με ξένο κρατικό χρήμα πρέπει να πληρώσει. Ήταν ότι θα «ανησυχούσε πολύ» αν οι Άραβες ιδιοκτήτες πουλήσουν, γιατί υπήρξαν «τεράστιος εταίρος στο χτίσιμο του σύγχρονου Μάντσεστερ».
Μίλησε σαν να ήταν Δήμαρχος ακόμη. Σε λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο το γραφείο του τα μάζεψε: κανείς δεν είναι υπεράνω των κανόνων, όποιος κριθεί ένοχος θα αντιμετωπίσει τις συνέπειες, μπλα μπλα μπλα.
Η διόρθωση δεν σβήνει την πρώτη φράση. Την επιβεβαιώνει.
Εδώ δεν πρόκειται για ποδόσφαιρο. Πρόκειται για το πώς μπλέχτηκε το βρετανικό πολιτικό σύστημα με το χρήμα του Κόλπου. Το Άμπου Ντάμπι δεν αγόρασε μόνο μια ομάδα. Αγόρασε μια ολόκληρη συνοικία, ένα αφήγημα «αναγέννησης» και μια τοπική πολιτική τάξη που έμαθε να μετρά την ευημερία σε πύργους και χορηγίες. Η Σαουδική Αραβία πήρε τη Νιούκαστλ και μαζί της ένα κομμάτι της βορειοανατολικής Αγγλίας.
Μην αμφιβάλλετε πως αν μπορούσαν και αυτοί, οι ιδιοκτήτες της Νιούκαστλ, θα έκαναν ακριβώς τα ίδια πράγματα. Όταν ο πρωθυπουργός μιας πρώην αυτοκρατορίας, δύο μήνες αφότου κάθισε στην καρέκλα, σπεύδει πρώτα να καθησυχάσει έναν ξένο βασιλικό οίκο και μόνο μετά υπό πίεση, (γιατί ναι, ακόμα υπάρχουν κάποιοι πολιτικοί μέσα στο εργατικό κόμμα που σκέφτονται για την χώρα τους και όχι για τους μάγους με τα δώρα που ήρθαν από την μέση Ανατολή ) να θυμηθεί τον νόμο, η διαπλοκή δεν είναι θεωρία.
Είναι το ένστικτο του ανθρώπου που βρίσκεται στο αξίωμα. Και δυστυχώς οι περισσότεροι πολιτικοί κάπως έτσι λειτουργούν. Σε κάθε χώρα σε κάθε μέρος.
Κάποτε, για να γίνεις πρωθυπουργός της Αγγλίας, έπρεπε να περάσεις πάνω από φυσιογνωμίες και ανθρώπους σαν τον Τσόρτσιλ, τον Άτλι τον Γουίλσον ή τη Θάτσερ. Σήμερα αρκεί να μην ενοχλήσεις την κοινοβουλευτική ομάδα και να μην τρομάξεις τον επενδυτή. Το αξίωμα δεν έπεσε επειδή το έριξαν οι Άραβες. Έχει εκπέσει μόνο του. Απλώς οι Άραβες πρόλαβαν να αγοράσουν ό,τι απέμεινε όρθιο.

























