Μόνο το γήπεδο είναι καθρέφτης για το αν μια μεταγραφή άξιζε ή όχι τα λεφτά της!

Πριν δύο εβδομάδες μετέδωσα στην εκπομπή μου στο ραδιόφωνο τις δηλώσεις που είχε κάνει ο Κέβιν Κίγκαν το 1977, τη μέρα της μεταγραφής του από τη Λίβερπουλ στο Αμβούργο. Τον είχε ρωτήσει ο ρεπόρτερ αν άξιζε το μισό εκατομμύριο λίρες που είχε ξοδευτεί και η απάντησή του ήταν υπέροχη: «Κανείς ποδοσφαιριστής δεν έχει αξία τόσο μεγάλη. Μόνο τα άλογα κούρσας κρατάνε την αξία τους, γιατί τα χρησιμοποιούν ως επιβήτορες όταν σταματήσουν πλέον να τρέχουν». Ίδια κουβέντα κάθε φορά που ένας παίκτης κοστίζει πολλά λεφτά, για το αν τα αξίζει. Και, φυσικά, η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί ποτέ εκείνη τη στιγμή, παρά μόνο όταν περάσει καιρός και αποτιμήσουμε τι πρόσφερε στην ομάδα που πλήρωσε το εκάστοτε εξωφρενικό ποσό.



Μόνο το γήπεδο είναι καθρέφτης για το αν μια μεταγραφή άξιζε ή όχι τα λεφτά της!

Γράφει ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος

Αυτή την εβδομάδα, στο podcast μου «Μία στιγμή παραφροσύνης», που μπορείτε να ακούσετε πατώντας στο link https://open.spotify.com/show/4sySflSpr7WgIApKC6hWcA, ασχολούμαι με αυτό το φαινόμενο: τις πανάκριβες μεταγραφές και τον θόρυβο που σηκώνουν όταν γίνονται. Γιατί πάντα προκαλείται θόρυβος για ένα πολύ μεγάλο ποσό που κοστίζει ο κάθε Ρότζερς, ο κάθε Άντερσον, ο κάθε Ίσακ πέρσι ή ο κάθε Καϊσέδο και ο Ράις πριν λίγα χρόνια.

Οι ερωτήσεις είναι σχεδόν μόνιμα και βασανιστικά ίδιες, για το αν κάποιος αξίζει τόσα λεφτά για να κλωτσάει μια μπάλα!

Λοιπόν, γυρίζουμε τον χρόνο πίσω, στο 1905. Ο Άλφ Κόμον, για να μεταγραφεί από τη Σάντερλαντ στη Μίντλεσμπρο, γίνεται ο πρώτος παίκτης που στοιχίζει 1.000 λίρες. Περιττό να σας πω τι έγινε στις εφημερίδες και πώς οι συζητήσεις περιστράφηκαν γύρω από το πώς είναι δυνατόν ένας που κλωτσάει ένα πανί γεμάτο αέρα να εισπράξει χρήματα που ένας εργάτης εκείνη την εποχή θα τα έπαιρνε σε περίπου 30 χρόνια εργασίας!

Εκείνη την εποχή, επίσης, μπορούσες να αγοράσεις πέντε σπίτια των δύο δωματίων το καθένα στην περιοχή της βορειοανατολικής Αγγλίας, εκεί όπου έγινε η μεταγραφή. Καταλαβαίνει κανείς πως σήμερα το ποσό ακούγεται αστείο. Ακόμα και με την τιμαριθμική αναπροσαρμογή έχει αξία περίπου 250.000 λιρών. Όμως η απάντηση δόθηκε τότε στο γήπεδο: με τη Μίντλεσμπρο, με τον Κόμον στην ενδεκάδα, σώθηκε από σίγουρο υποβιβασμό. Συνεπώς, η μετακίνησή του δικαιώθηκε.

Το καλοκαίρι του 1996 το ψωμί κόστιζε περίπου 55 πένες, ένα ποτήρι μπύρας 1,75 λίρες και ο Άλαν Σίρερ 15 εκατομμύρια. Ο Αλεξάντερ Ίσακ πέρσι είχε κοστίσει 125 εκατομμύρια λίρες. Και οι δύο, στην πρώτη τους χρονιά στις καινούργιες τους ομάδες, ο Σίρερ στη Νιούκαστλ και ο Ίσακ στη Λίβερπουλ, τραυματίστηκαν και δεν μπόρεσαν να αρχίσουν την απόσβεση των χρημάτων αμέσως.

Η ιστορία έγραψε πως, όταν συνήλθε, πέτυχε τόσα τέρματα, που και απόσβεση έκανε η Νιούκαστλ και ο ίδιος παραμένει ο κορυφαίος σκόρερ στην ιστορία της Premier League. Για τον Σουηδό, η φετινή χρονιά θα είναι κομβική και πρέπει να δείξει πως μπορεί να δικαιολογήσει αυτή την τεράστια ετικέτα που κουβαλάει επάνω του, αλλιώς η μεταγραφή θα θεωρηθεί αποτυχημένη.

Εάν υπήρχε ένας Άλαν Σίρερ σήμερα, στην κατάσταση που ήταν τότε, με τιμαριθμική αναπροσαρμογή θα στοίχιζε, αν βάλει κάποιος την πληθωριστική αξία των μισθών, 34 εκατομμύρια λίρες! Μόνο που τα ποδοσφαιρικά οικονομικά δεν έχουν καμία σχέση με την κανονική ζωή και τότε ο Σίρερ ήταν η μοναδική ακριβή αγγλική μεταγραφή ανάμεσα στις 20 που έγιναν το καλοκαίρι του '96. Τα λεφτά τα είχαν άλλοι. Οι Ιταλοί και οι Ισπανοί. Όπως, στην εποχή του, το 1977, τα χρήματα τα είχαν οι Γερμανοί.

Η πραγματική αναγωγή σε λεφτά, για την Αγγλία, με βάση το τι εισπράττουν σήμερα οι ομάδες, θα ήταν 222 εκατομμύρια λίρες! Και πάντα οι μεταγραφές θα κρίνονται στο γήπεδο, όχι στα χρήματα που κόστισαν. Και έχω βαρεθεί να το λέω.

Ο απλούστερος τρόπος να υπολογίσετε πόσο θα κόστιζε σήμερα ένας Άγγλος επιθετικός αξίας 15 εκατομμυρίων λιρών είναι να χρησιμοποιήσετε τον υπολογιστή πληθωρισμού της Τράπεζας της Αγγλίας και να το πολλαπλασιάσετε επί έξι, για να μοιράσετε ανά πενταετία τα τριάντα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει.

Για να δώσουμε μια πιο ακριβή εικόνα του πώς έχουν αλλάξει οι μεταγραφικές αμοιβές με την πάροδο του χρόνου και, επομένως, πόσο θα κόστιζαν σπουδαίοι παίκτες σήμερα, οφείλουμε να πάμε στην ανάλυση που έκανε ο Κίραν Μαγκουάιρ και ο συνάδελφός του, καθηγητής οικονομικής ανάλυσης, Τζέισον Λόους, από το Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ.

Ανέπτυξαν έναν αλγόριθμο που προσαρμόζει την ποδοσφαιρική πληθωριστική αύξηση με βάση τις αυξήσεις εσόδων των ομάδων με την πάροδο του χρόνου.

Αυτοί οι υπολογισμοί μετατρέπουν τις ιστορικές μεταγραφές της Premier League στο αντίστοιχο κόστος τους σήμερα. Η «σημερινή» αμοιβή βασίζεται σε μια πολύ πιο ρεαλιστική απεικόνιση της αγοραστικής δύναμης που παρατηρείται στο σύγχρονο παιχνίδι, με τα τεράστια συμβόλαια.

Χρησιμοποιώντας τον υπολογιστή τους, η μετακίνηση του Ρόι Κιν, ύψους 3,75 εκατομμυρίων λιρών, από τη Νότιγχαμ στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 1993, θα κόστιζε τώρα 94,2 εκατομμύρια λίρες. Η συμφωνία των 11 εκατομμυρίων που οδήγησε τον Τιερί Ανρί από τη Γιουβέντους στην Άρσεναλ το 1999 θα κόστιζε τώρα 89,9 εκατομμύρια λίρες και η μετακίνηση του Τόρες, ύψους 50 εκατομμυρίων λιρών, από τη Λίβερπουλ στην Τσέλσι το 2011, θα κόστιζε 112,3 εκατομμύρια λίρες.

Και, χρησιμοποιώντας την ίδια αναλογική μέτρηση, δεύτερη πιο ακριβή μεταγραφή αυτή τη στιγμή θα παρέμενε εκείνη του Βερόν στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 2001, με αξία 155 εκατομμύρια λίρες, και τρίτη του Σταν Κόλιμορ, που είχε κοστίσει οκτώ εκατομμύρια στη Λίβερπουλ το 1995, αλλά τώρα υπολογίζεται σε 132 εκατομμύρια. Και οι δύο αυτές μεταγραφές απέτυχαν παταγωδώς. Το έχει κρίνει η ιστορία και η προσφορά τους, όχι η οικονομική ταμπέλα.

Όσο για τη μεταγραφή του Γουέιν Ρούνεϊ από την Έβερτον στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 2004, σε σημερινά μεγέθη θα κόστιζε 123 εκατομμύρια λίρες. Λίγο πιο κάτω, δηλαδή, από αυτά που πλήρωσε η Λίβερπουλ για τον Ίσακ.

Πάρα πολύ απλά, τι βλέπουμε λοιπόν, σε σύγκριση με τις μετακινήσεις στο πέρασμα των χρόνων και την εκτόξευσή τους, μένοντας μόνο στο θέμα των μεταγραφών στην Premier League;

Όσο τα τηλεοπτικά συμβόλαια ακριβαίνουν, τόσο θα ακριβαίνουν και οι τιμές των παικτών, ειδικά εκείνων που στέλνουν την μπάλα στα δίχτυα. Όσο και να αλλάζει το ποδόσφαιρο, δεν θα αλλάξει ποτέ το γεγονός πως θα κερδίζει εκείνος που σκοράρει περισσότερο. Συνεπώς, αυτοί που έχουν την ικανότητα να βάλουν την μπάλα μέσα θα παίρνουν και τη μερίδα του λέοντος.

Ανατρέχοντας στην ιστορία και στην Ελλάδα, τα ποσά ήταν πάντα υπερβολικά για την αναλογία τους. Ο πρώτος παίκτης που κόστισε ένα εκατομμύριο δραχμές ήταν ο Κυπριανίδης, από τον Απόλλωνα Καλαμαριάς στον Ολυμπιακό, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '60, και η μεταγραφή του ήταν παντελώς αποτυχημένη. Όπως δεν έπιασε και ο άνθρωπος που κόστισε πέντε εκατομμύρια δραχμές, ο Μιγκέλ Νικολάου, από τη Μπόκα Τζούνιορς στον Ολυμπιακό το 1972, χρήματα που ήταν αρκετά για να μπορέσεις να αγοράσεις μία πολυκατοικία στο Κολωνάκι!

Το ζητούμενο δεν είναι αν ήταν πολλά, αλλά το ότι δεν πρόσφερε στον Ολυμπιακό, σε αντίθεση με άλλους ακριβοπληρωμένους της εποχής, τους αείμνηστους Κρητικόπουλο και Δαβουρλή.

Αντίθετα, άλλη μία πολυσυζητημένη μετακίνηση, των 15 εκατομμυρίων δραχμών, του (τεράστιου ταλέντου) Κώστα Αϊδινίου, το 1974, με τιμωρία ενός έτους στον Ολυμπιακό, από τον Ηρακλή, δεν είχε ανάλογη προσφορά.

Ο Μαύρος, ο Αναστόπουλος και ο Σαραβάκος, προερχόμενοι και οι τρεις από τον Πανιώνιο, έσπασαν τρία φράγματα, των 25, των 50 και των 80 εκατομμυρίων, ποσών αληθινή πρόκληση για τότε που δόθηκαν. Αλλά το ότι συνδύασαν τα ονόματά τους με τις ομάδες που πήγαν και έγιναν σύνθημα μιλάει μόνο του για την επένδυση που έγινε στα πόδια τους.

Τρελά λεφτά, το καλοκαίρι του 1988, έδωσε να φέρει ο Ολυμπιακός, την εποχή Κοσκωτά, τον Λάγιος Ντέταρι στην Ελλάδα, τότε μία από τις πιο ακριβές μεταγραφές που είχαν γίνει στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Και παρότι έπαιξε εξαιρετικά, οι προβληματικές συνθήκες που βρήκε τη διετία που έμεινε στην Ελλάδα ο Ούγγρος σταρ εμπόδισαν το να απλώσει όλο το ταλέντο του πάνω στο χορτάρι!

Το συμπέρασμα είναι ένα και απλό. Κάθε μεταγραφή δεν κρίνεται από το ποσό που στοιχίζει, αλλά από το τι τελικά γράφει η ιστορία. Να θυμάστε απλά πως τη μετακίνηση του Γιώργου Σιδέρη από τον Ατρόμητο Πειραιώς στον Ολυμπιακό, την ημέρα που έγινε, δεν την έβρισκες παρά μόνο μονόστηλη στις εφημερίδες!