«Να μην σκεφτόμαστε τον χρόνο, να μην κοιτάμε το ρολόι»: Ο αρχηγός της Άστον Βίλα, που σήκωσε το Champions League, αποκλειστικά στο England365.gr!
«Το σημαντικό ήταν να μη σκεφτόμαστε τον χρόνο, να μην κοιτάμε το ρολόι. Και αυτό που ζήσαμε ήταν το απόλυτο όνειρο». Μία υπέροχη συνέντευξη του Φάνη Τσοκανά στον Ντένις Μόρτιμερ, την οποία παραχώρησε στο podcast του Χρήστου Σωτηρακόπουλου, «ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΠΑΡΑΦΡΟΣΥΝΗΣ», και στο England365. Υπέροχη δουλειά, με τον αρχηγό της Άστον Βίλα να μιλά για όσα έζησε στην κατάκτηση του Champions League, μερικές ώρες προτού η ομάδα του διεκδικήσει το Europa League στην Κωνσταντινούπολη!

Μεγάλη μέρα η σημερινή (20/05) για την Άστον Βίλα, αφού θα αγωνιστεί σε τελικό ευρωπαϊκής διοργάνωσης έπειτα από την επική βραδιά του 1982 και την κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών ομάδων Ευρώπης, στο Ρότερνταμ, απέναντι στην πανίσχυρη Μπάγερν Μονάχου. Η αποψινή αναμέτρηση κόντρα στην Φράιμπουργκ στην Κωνσταντινούπολη θα είναι κάτι πολύ ξεχωριστό για τους νεότερους οπαδούς των «λιονταριών», αφού εκείνοι που πρόλαβαν την ομάδα που αναδείχτηκε πρωταθλήτρια το 1981, και 12 μήνες αργότερα έγιναν η κορυφαία ομάδα στην Ευρώπη θα έχουν πάντα να αναφέρονται μαγική βραδιά που είναι χαραγμένη στο μυαλό τους.
Η ομάδα φίλων από το Μπέρμιγχαμ κατάφερε την ιστορική κατάκτηση του τροπαίου εκείνη τη βραδιά, έχοντας ως ήρωα τον νεαρό τερματοφύλακα Νάιτζελ Σπινκ, ο οποίος έκανε σωρεία αποκρούσεων, κρατώντας το αποτέλεσμα στο 0-0 έως τη στιγμή που ο Πίτερ Γουίδ σκόραρε για την πρωταθλήτρια Αγγλίας και μετά αυτό ήταν το τελικό αποτέλεσμα. Ο Σπινκ είχε πάρει την θέση του βετεράνου γκολκίπερ Τζίμι Ρίμερ, που είχε ένα πρόβλημα στον αυχένα και στην πρώτη έξοδο της βραδιάς επιβαρύνθηκε με αποτέλεσμα την αντικατάσταση του. Αν και άπειρος, αφού είχε μόλις μία συμμετοχή πριν από σχεδόν τρία χρόνια σε έναν αγώνα του Λιγκ Καπ, ο Σπινκ κατόρθωσε να γίνει ο ήρωας της βραδιάς!
Ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος μόλις έκανε ένα ξεχωριστό αφιέρωμα σε εκείνη την μεγάλη βραδιά της Άστον Βίλα στο πλαίσιο των podcast «ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΠΑΡΑΦΡΟΣΥΝΗΣ» και εκεί παίχθηκε και μια αποκλειστική συνέντευξη του αρχηγού των «βίλανς», εκείνη τη μαγική εποχή του Ντένις Μόρτιμερ. Μαζί του μίλησε ο συνάδελφος Φάνης Τσοκανάς, που παραχώρησε αυτή την δουλειά του στο podcast, καθώς και στο England365.gr και εδώ μπορείτε να διαβάσετε τι μας είπε...
Κατά τη διάρκεια της σεζόν είχατε θετικά αποτελέσματα στην Ευρώπη, όμως προέκυψε το σοκ της αποχώρησης του προπονητή σας. Πόσο επηρέασε αυτό την ομάδα; Ήταν ένα επιπλέον εμπόδιο για εσάς;
«Ναι, ήταν μία από εκείνες τις στιγμές στο ποδόσφαιρο που σε κάνουν να σταματάς και να αναρωτιέσαι. Ο προπονητής αποχωρούσε και μάλιστα σε μια περίοδο που είχαμε φτάσει μέχρι τα προημιτελικά, κάτι που για όλους μας ήταν σοκ.
Ο Ρον Σόντερς δεν ήταν απλώς ο προπονητής μας, ήταν κομμάτι της ομάδας. Αυτός που επιλέγει, στηρίζει και δίνει αυτοπεποίθηση στους παίκτες.
Ήταν από εκείνους που σπάνια άλλαζαν την ενδεκάδα. Αν κάποιος δεν έκανε καλό παιχνίδι, δεν τον άφηνε απ’ έξω την επόμενη φορά, γιατί καταλάβαινε ότι όλοι έχουν κακές στιγμές.
Αυτό που τον ενδιέφερε περισσότερο ήταν η συνοχή. Η σύνδεση ανάμεσα σε όλες τις γραμμές: άμυνα, κέντρο, επίθεση. Είχαμε ένα σύστημα που λειτουργούσε, το γνωρίζαμε καλά και παίζαμε πάνω σε αυτό, αξιοποιώντας τα δυνατά μας σημεία.»
Έχουμε δει ομάδες όπως η Άστον Βίλα, η Νότιγχαμ Φόρεστ στο παρελθόν, αλλά και την Πόρτο πιο πρόσφατα, να πετυχαίνουν μεγάλες ευρωπαϊκές διακρίσεις. Με τη σημερινή μορφή των διοργανώσεων, πόσο δύσκολο είναι να δούμε κάτι αντίστοιχο;
«Σήμερα πρόκειται για μια πολύ πιο απαιτητική και εκτεταμένη διοργάνωση. Οι ομάδες διαθέτουν μεγαλύτερα ρόστερ, περίπου 25 παίκτες, και έχουν τη δυνατότητα να διαχειρίζονται καλύτερα τα συνεχόμενα παιχνίδια.
Τότε, ο στόχος ήταν διαφορετικός, μιλούσαμε για περίπου εννέα παιχνίδια για να φτάσεις μέχρι το τέλος. Εμείς είχαμε ήδη δώσει τέσσερα και βρισκόμασταν στα προημιτελικά, οπότε η πρόκριση σε αυτό το στάδιο ήταν από μόνη της μια μεγάλη επιτυχία.
Η νίκη απέναντι στη Ντιναμό Βερολίνου μας έδωσε τεράστια αυτοπεποίθηση. Ήταν μια ομάδα με μεγάλη ευρωπαϊκή εμπειρία, που συμμετείχε σχεδόν κάθε χρόνο στις διοργανώσεις, σε αντίθεση με εμάς που ήμασταν οι “νέοι” της διοργάνωσης.
Παρόλα αυτά, μείναμε πιστοί στον τρόπο παιχνιδιού μας, ήμασταν δύσκολοι στο να μας σκοράρουν και κάναμε τη ζωή του αντιπάλου απαιτητική σε κάθε ματς.
Είχε τον τίτλο του βοηθού προπονητή, αλλά στην ουσία ήταν ο αρχισκάουτερ της ομάδας ή κάνω λάθος;
«Την ίδια περίοδο, είχαμε και την αλλαγή προπονητή, με τον Τόνι Μπάρτον να αναλαμβάνει μετά την αποχώρηση του Ρον Σόντερς. Ναι, ειχε τον τίτλο του βοηθού προπονητή, αν και στην πραγματικότητα λειτουργούσε περισσότερο ως αρχισκάουτερ.»
Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία πίσω από το πώς ο Τόνι Μπάρτον πήρε τον τίτλο του βοηθού. Εκείνη την περίοδο, στο τιμόνι της ομάδας ήταν ο Ρον Σόντερς, με τον Ρόι ΜακΛάρεν σε ρόλο πρώτου προπονητή. Ωστόσο, δεν υπήρχε επίσημα θέση βοηθού.
Ο Μπάρτον ήταν αρχισκάουτερ και, λόγω της δουλειάς του, ταξιδεύοντας συνεχώς για να παρακολουθεί παίκτες, χρειαζόταν αυτοκίνητο. Οι παίκτες τότε άρχισαν να λαμβάνουν εταιρικά αυτοκίνητα, όμως εκείνος δεν ήταν στη σχετική λίστα.
Η λύση που βρέθηκε ήταν απλή: ο Σόντερς του έδωσε τον τίτλο του βοηθού προπονητή, κάτι που του επέτρεψε να αποκτήσει και αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις του! Στην πράξη, βέβαια, ο ρόλος του παρέμενε αυτός του αρχισκάουτερ. Δεν συμμετείχε στις προπονήσεις ούτε είχε ενεργό ρόλο στο γήπεδο.
Όταν ο Σόντερς αποχώρησε, προέκυψε το ερώτημα της διαδοχής. Από την πλευρά των παικτών, υπήρχε η αίσθηση ότι δεν χρειαζόταν κάποια εξωτερική επιλογή, αλλά μια λύση εκ των έσω. Και αυτή ήταν ο Τόνι Μπάρτον.
Ανέλαβε αρχικά ως υπηρεσιακός και μας επέτρεψε να συνεχίσουμε με την ίδια φιλοσοφία και τον ίδιο τρόπο παιχνιδιού. Γιατί πάντα πίστευα ότι αν ερχόταν κάποιος νέος προπονητής, ίσως να άλλαζε τα πάντα και αυτό θα μπορούσε να διαταράξει ό,τι είχαμε ήδη… χτίσει.»
Η Άντερλεχτ είχε καταθέσει ένσταση μετά το δεύτερο παιχνίδι, που είχε λήξει 1-0 στην Αγγλία, λόγω εισβολής οπαδού στον αγωνιστικό χώρο. Υπήρξε ενδεχόμενο τιμωρίας της Άστον Βίλα και ποιος ήταν ο ρόλος του πρώην διαιτητή Χάουελς στην εξέλιξη της υπόθεσης;
«Έπρεπε να περιμένουμε για να δούμε τι θα συμβεί, όμως θεωρώ ότι σταθήκαμε και τυχεροί. Υπήρχε ένας πρώην διαιτητής, ο Χάουελς, που βοήθησε τον σύλλογο να οργανώσει την υπεράσπισή του και να παρουσιάσει μια ισχυρή θέση στην ακρόαση.
Όταν η υπόθεση εξετάστηκε από την UEFA, κρίθηκε ότι δεν υπήρχε λόγος τιμωρίας. Ο οπαδός που μπήκε στον αγωνιστικό χώρο δεν επηρέασε καμία φάση του παιχνιδιού, οπότε δεν υπήρξε ουσιαστική διακοπή.
Η βασική ένσταση αφορούσε περισσότερο το γεγονός ότι φίλαθλοι της Άστον Βίλα είχαν αναμειχθεί με εκείνους της Άντερλεχτ, κάτι που δεν θα έπρεπε να συμβεί και ίσως θα έπρεπε να είχε εξεταστεί πιο σοβαρά σε επίπεδο οργάνωσης.
Παρόλα αυτά, από τη δική μου πλευρά, δεν ένιωσα ποτέ ότι υπήρχε πραγματικός κίνδυνος τιμωρίας ή αποκλεισμού. Πίστευα από την αρχή ότι δεν υπήρχε ουσιαστική βάση για κάτι τέτοιο.»
Ο τελικός ήταν με τη Μπάγερν... Τι εμπειρία...
«Πραγματικά φτάσαμε στον τελικό, απέναντι στην Μπάγερν Μονάχου. Αν δει κανείς τα στατιστικά της διοργάνωσης, είχαν τους τρεις πρώτους σκόρερ: τον Ούλι Χένες με οκτώ γκολ, τον Καρλ-Χάιντς Ρουμενίγκε με επτά και τον Πάουλ Μπράιτνερ με πέντε. Ήταν μια ομάδα που μπορούσε να σε «τιμωρήσει» ανά πάσα στιγμή.
Κι όμως, μπήκαμε στο παιχνίδι και τους αντιμετωπίσαμε όπως έπρεπε. Τους πιέσαμε, τους δυσκολέψαμε και, το σημαντικότερο, δεν τους επιτρέψαμε να σκοράρουν!
Δεν θα πούμε ότι κάναμε ένα σπουδαίο παιχνίδι. Δεν ήταν εντυπωσιακό. Ήταν, όμως, ένα ώριμο και πειθαρχημένο ματς. Δουλέψαμε σκληρά, μείναμε συμπαγείς και κάναμε αυτό που ξέραμε καλά: να μην δεχόμαστε γκολ.
Αν δει κανείς ξανά το παιχνίδι, ίσως να μην το χαρακτηρίσει θεαματικό. Αλλά συχνά, σε τέτοιου επιπέδου αγώνες, η ομάδα που κερδίζει είναι αυτή που αμύνεται σωστά και βρίσκει τη μία στιγμή για να “χτυπήσει”. Και αυτό ακριβώς κάναμε.
Το γκολ ήρθε σχετικά αργά, περίπου 20 λεπτά πριν το τέλος, στην πρώτη ουσιαστικά φορά που καταφέραμε να διασπάσουμε την άμυνα της Μπάγερν. Ο Τόνι Μόρλεϊ μπήκε στην περιοχή, άλλαξε κατεύθυνση, έφτασε στη γραμμή και γύρισε την μπάλα στο ύψος της μικρής περιοχής, όπου ο Πίτερ Γουίδ περίμενε στο δεύτερο δοκάρι για να τη στείλει στα δίχτυα.»
Η ψυχολογία της ομάδας μετά το γκολ θα ήταν λογικά στα ύψη...
«Ήταν η πρώτη φορά στο παιχνίδι που καταφέραμε να βρεθούμε πίσω από την άμυνά τους και αρκούσε μία. Βάλαμε το γκολ και από εκεί και πέρα είχαμε περίπου 20 λεπτά για να το κρατήσουμε.
Το σημαντικό ήταν να μη σκεφτόμαστε τον χρόνο, να μην κοιτάμε το ρολόι. Είχαμε βρεθεί ξανά σε αυτή τη θέση και ξέραμε τι έπρεπε να κάνουμε.
Συνεχίσαμε να δουλεύουμε σκληρά, δεν δημιουργήσαμε άλλη μεγάλη ευκαιρία, αλλά το πιο σημαντικό ήταν ότι δεν τους επιτρέψαμε ούτε κι εκείνους να βρουν τη δική τους.
Και έτσι φτάσαμε στο τέλος, πρωταθλητές Ευρώπης.
Αν το δει κανείς αντικειμενικά, πολλοί θα εξεπλάγησαν. Να νικήσουμε τη Μπάγερν Μονάχου με 1-0 σε έναν τελικό, με την ποιότητα και την εμπειρία που είχαν, δεν ήταν το πιο πιθανό σενάριο.
Ήταν μια ομάδα που, βάσει ρόστερ και πορείας στη διοργάνωση, θα έπρεπε να κερδίσει. Αλλά εκείνη την ημέρα, εμείς κάναμε το τέλειο παιχνίδι: μείναμε πειθαρχημένοι, δεν εκτεθήκαμε και εκμεταλλευτήκαμε τη στιγμή μας. Και αυτό, στο υψηλότερο επίπεδο, είναι που κάνει τη διαφορά.»
Άστον Βίλα: Μία ομάδα με τεράστια ιστορία, αλλά εκείνη την εποχή είχε περάσει καιρός που δεν κατακτούσε κάτι, συνεπώς ήταν σημαντικό πολύ και πώς το βιώσατε;
«Η Άστον Βίλα μπήκε πλέον σε εκείνο το ξεχωριστό γκρουπ των ευρωπαϊκών πρωταθλητών, κατακτώντας για πρώτη φορά έναν τόσο μεγάλο τίτλο.
Είχαν περάσει δεκαετίες. Το τελευταίο μεγάλο τρόπαιο ήταν το 1957 με το FA Cup, ενώ το πρωτάθλημα του 1980-81 είχε έρθει μετά από 70 χρόνια αναμονής.
Και ξαφνικά, μέσα σε δύο σεζόν, από την κατάκτηση του πρωταθλήματος, βρεθήκαμε στην κορυφή της Ευρώπης.
Για έναν ποδοσφαιριστή, αυτό ήταν το απόλυτο όνειρο, μια ιστορία που δύσκολα επαναλαμβάνεται.»
ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟ PODCAST ΕΔΩ






















