Το ελληνικό δεξί «χέρι» του Μάρκο Σίλβα στο England365: «Υπέροχο ταξίδι η Φούλαμ, δεν προσαρμόστηκε στην Ελλάδα ο Γουίλιαν!»

Ο Μάρκο Σίλβα είναι από τα hot ονόματα στην ευρωπαϊκή αγορά αυτή τη στιγμή στο κομμάτι της προπονητικής και δίπλα του από τη μέρα που βρέθηκε στον Ολυμπιακό μέχρι και σήμερα, βρίσκεται ένας Έλληνας. Ο Αντώνης Λεμονάκης αποτελεί το δεξί του... χέρι και ο ίδιος μίλησε στο England365 και τον Νότη Χάλαρη για τη συνολική παρουσία του Πορτογάλου στη Φούλαμ.



Το ελληνικό δεξί «χέρι» του Μάρκο Σίλβα στο England365: «Υπέροχο ταξίδι η Φούλαμ, δεν προσαρμόστηκε στην Ελλάδα ο Γουίλιαν!»

Μετά από πέντε χρόνια στον πάγκο της Φούλαμ, ο Μάρκο Σίλβα φαίνεται ότι είναι έτοιμος να κάνει το επόμενο βήμα στην προπονητική του καριέρα. Οι φήμες πολλές, η πρόταση ανανέωσης της Φούλαμ είναι στα χέρια του και όλα θα εξαρτηθούν το επόμενο διάστημα.

Ο Πορτογάλος προπονητής έχει καταφέρει να φέρει ηρεμία και ισορροπία στον αγγλικό σύλλογο, ο οποίος έχει μονιμοποιηθεί κάθε σεζόν στα μεγάλα σαλόνια και πάντα στοχεύει προς το ευρωπαϊκό εισιτήριο, αποτελώντας σταθερή δύναμη κόντρα στους «μεγάλους».

Μαζί με τον 48χρονο προπονητή βρίσκεται και ένας Έλληνας. Ο λόγος για τον Αντώνη Λεμονάκη, ο οποίος αποτελεί το... δεξί χέρι του Μάρκο Σίλβα από τη χρονιά που ήταν στον Ολυμπιακό, μέχρι και σήμερα, στη Φούλαμ.

Ο 55χρονος κόουτς ήταν στον ΠΑΟΚ προτού μεταφερθεί στον Ολυμπιακό και να καθίσει δίπλα σε ονόματα όπως ο Μίτσελ, ο Βίτορ Περέιρα, ο Πάουλο Μπέντο και φυσικά, ο Μάρκο Σίλβα. Ο τελευταίος επέλεξε να τον εντάξει στο τιμ του τόσο για τις θητείες σε Χαλ και Γουότφορντ, όσο και στην Έβερτον ενώ σε αυτή τη 5ετία, είναι συνεχώς στο πλάι του στη Φούλαμ.

Ο ίδιος μίλησε στο England365 και περιέγραψε πώς έχει κυλήσει όλη αυτή η 5ετία, τις ευκολίες ή τις δυσκολίες που έχει αντιμετωπίσει ο Πορτογάλος προπονητής, αλλά και το τι σημαίνει για τον ίδιο η Φούλαμ.

Είσαι για 5η χρονιά στην Premier League. Τι είναι αυτό που τη κάνει το κορυφαίο πρωτάθλημα στον πλανήτη;

«Η διαδρομή μου στο αγγλικό ποδόσφαιρο ξεπερνά πλέον την πενταετία, και όσο περνούν τα χρόνια, νιώθω ότι η εικόνα μου για την Premier League γίνεται όλο και πιο καθαρή. Έχοντας ζήσει από κοντά το περιβάλλον της μέσα από διαφορετικούς συλλόγους — τη Hull City, τη Watford, την Everton και πλέον τη Fulham — με διαφορετικές φιλοσοφίες, απαιτήσεις και κουλτούρες, έχω καταλάβει ότι αυτό που τη χαρακτηρίζει δεν είναι μόνο το επίπεδο, αλλά ο τρόπος που λειτουργεί συνολικά.

Η Premier League για μένα δεν είναι απλώς το κορυφαίο πρωτάθλημα στον κόσμο. Είναι ένας ζωντανός “οργανισμός”, που κινείται με απίστευτη ένταση, στρατηγική σκέψη και εμπορική δύναμη. Και όσο περισσότερο βρίσκεσαι μέσα σε αυτόν, τόσο περισσότερο συνειδητοποιείς τις λεπτομέρειες που την κάνουν μοναδική.

 

Αυτό που σου μένει πρώτο είναι ο ρυθμός. Δεν υπάρχει “χαλαρό” παιχνίδι. Κάθε αγώνας, ανεξάρτητα από έδρα ή βαθμολογική θέση, έχει την αίσθηση τελικού. Η ένταση είναι σταθερά στο υψηλότερο επίπεδο από την αρχή μέχρι το τέλος της σεζόν.

Το δεύτερο που αντιλαμβάνεσαι είναι ότι δεν υπάρχουν εύκολοι αγώνες. Η ανταγωνιστικότητα είναι τέτοια που κάθε ομάδα μπορεί να πάρει αποτέλεσμα από οποιαδήποτε άλλη. Η οικονομική δύναμη του πρωταθλήματος έχει ανεβάσει τόσο πολύ το επίπεδο, που ακόμα και οι πιο “χαμηλές” ομάδες διαθέτουν ποδοσφαιριστές κορυφαίου επιπέδου. Αυτό κάνει κάθε εβδομάδα απρόβλεπτη.

Παράλληλα, εντυπωσιάζει η συγκέντρωση κορυφαίων ανθρώπων γύρω από το άθλημα. Δεν είναι μόνο οι παίκτες και οι προπονητές. Είναι και οι άνθρωποι πίσω από τις ομάδες - οι αναλυτές, οι γυμναστές, οι φυσιοθεραπευτές, οι performance ειδικοί. Όλοι λειτουργούν σε επίπεδο ελίτ, και αυτό φαίνεται στον τρόπο που δουλεύει κάθε σύλλογος.

Και φυσικά, δεν μπορείς να αγνοήσεις τις υποδομές, την τεχνολογία και τις επενδύσεις που συνεχώς ανεβάζουν το επίπεδο. Είναι ένα πρωτάθλημα που δεν μένει ποτέ στάσιμο.

Αλλά ίσως το πιο δυνατό στοιχείο είναι η κουλτούρα του. Το απρόβλεπτο. Οι ανατροπές στο τέλος, οι μάχες για τον τίτλο και τη σωτηρία που κρίνονται στις λεπτομέρειες, το συναίσθημα που αλλάζει από εβδομάδα σε εβδομάδα. Αυτό είναι που σε κρατάει μέσα του.

Κοιτάζοντας πίσω, νιώθω ότι δεν είναι απλώς μια επαγγελματική εμπειρία. Είναι ένα συνεχές μάθημα σε ένα περιβάλλον που δεν σταματά ποτέ να σε δοκιμάζει και να σε ανεβάζει επίπεδο».

Τι εξέλιξη έχεις δει σε εσένα μέσα από αυτή την 8ετία συνολικά στο Νησί;

«Κατά τη διάρκεια αυτής της 8ετίας, η μεγαλύτερη εξέλιξη που έχω δει στον εαυτό μου είναι στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι και αναλύω το παιχνίδι σε βάθος. Μέσα από τη συνεχή μελέτη της δικής μας ομάδας αλλά και των αντιπάλων, έχω αποκτήσει μια πολύ πιο ολοκληρωμένη εικόνα διαφορετικών στυλ παιχνιδιού και τακτικών προσεγγίσεων, ειδικά σε ένα απαιτητικό περιβάλλον όπως η Premier League.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η εξέλιξή μου στο κομμάτι των στατικών φάσεων. Δουλεύοντας σε αυτό το επίπεδο, έχω καταλάβει πόσο καθοριστικό ρόλο παίζουν στο σύγχρονο ποδόσφαιρο και πόσο υψηλό είναι το επίπεδο λεπτομέρειας που απαιτείται. Από την ανάλυση του αντιπάλου μέχρι τον σχεδιασμό και την εφαρμογή στο γήπεδο, οι στατικές φάσεις αποτελούν πλέον ένα από τα πιο εξελιγμένα και καθοριστικά κομμάτια του παιχνιδιού.

Έχω επίσης βελτιωθεί στο να μετατρέπω αυτή τη γνώση σε πρακτικό πλάνο: να προτείνω ξεκάθαρες ιδέες, τόσο στο open play όσο και στις set plays, και να τις επικοινωνώ με τρόπο άμεσο και αποτελεσματικό στους παίκτες. Συνολικά, νιώθω ότι έχω γίνει πιο ώριμος τακτικά, πιο γρήγορος στη σκέψη και πιο ουσιαστικός στη συμβολή μου μέσα στην ομάδα.

 

Παράλληλα, θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό το περιβάλλον στο οποίο εργαζόμαστε. Ο Μάρκο μάς προσφέρει ελευθερία και εμπιστοσύνη ως staff, κάτι που ενισχύει τη δημιουργικότητα αλλά και ανεβάζει το αίσθημα ευθύνης στην καθημερινή δουλειά. Αυτή η ισορροπία σου επιτρέπει να εξελίσσεσαι, να παίρνεις πρωτοβουλίες και να συμβάλλεις πιο ουσιαστικά στη συνολική λειτουργία της ομάδας».

Ποια είναι η καθημερινότητα σου στη Φούλαμ;

«Η καθημερινότητά μου στη Φούλαμ είναι πολύ απαιτητική, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά οργανωμένη και γεμάτη λεπτομέρεια.

Η μέρα ξεκινάει νωρίς, περίπου στις 8 το πρωί, με άφιξη στο προπονητικό κέντρο και πρωινό μαζί με το υπόλοιπο προπονητικό staff. Στη συνέχεια έχουμε meeting με τον προπονητή, όπου σχεδιάζουμε την προπόνηση της ημέρας αλλά και την προσέγγιση για το επόμενο παιχνίδι.

Γύρω στις 11 ξεκινάει η προπόνηση στο γήπεδο, όπου δουλεύουμε πάνω στο πλάνο που έχουμε ετοιμάσει. Μετά ακολουθεί ομαδικό γεύμα και από εκεί και πέρα το πρόγραμμα επικεντρώνεται στην ανάλυση.

Μέχρι αργά το απόγευμα, συνήθως μέχρι τις 18:00–19:00, κάνουμε ανάλυση της προπόνησης, ανταλλαγή ιδεών (brainstorming) και προετοιμασία για τον επόμενο αγώνα. Είναι μια συνεχής διαδικασία αξιολόγησης και βελτίωσης, όπου προσπαθούμε να καλύψουμε κάθε λεπτομέρεια — τόσο για το δικό μας παιχνίδι όσο και για τον αντίπαλο.

Συμπληρωματικά, μέσα στην καθημερινότητα μπορεί να υπάρχουν ομαδικές και  ατομικές συναντήσεις με παίκτες, όπου συζητάμε την απόδοσή τους και συγκεκριμένα σημεία βελτίωσης.

Εκεί, η προσέγγιση είναι πιο στοχευμένη: βλέπουμε βίντεο, εξηγούμε καταστάσεις μέσα στο παιχνίδι και δίνουμε καθαρά feedback για το τι πρέπει να κρατήσουν και τι να βελτιώσουν. Στόχος είναι να υπάρχει συνεχής εξέλιξη σε ατομικό επίπεδο, ώστε να βοηθάει και τη συνολική εικόνα της ομάδας .

Αυτό το κομμάτι είναι πολύ σημαντικό, γιατί συνδέει άμεσα την ανάλυση με τον παίκτη και μετατρέπει τη θεωρία σε πρακτική βελτίωση στο γήπεδο.

Γενικά, είναι μια καθημερινότητα που απαιτεί συγκέντρωση, συνεργασία και συνεχή σκέψη πάνω στο παιχνίδι».

Ποια η γνώμη σου για τον «Κρέιβεν Κότατζ» και τι το ξεχωριστό έχει ως γήπεδο;

«Το Craven Cottage είναι ένα πραγματικά ξεχωριστό γήπεδο και από τα πιο ιδιαίτερα στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Είναι η έδρα της Fulham από το 1896 και, απ’ ό,τι γνωρίζω, θεωρείται το παλαιότερο επαγγελματικό ποδοσφαιρικό γήπεδο στο Λονδίνο.

Αυτό που το κάνει μοναδικό είναι η τοποθεσία του δίπλα στον ποταμό Τάμεση και η έντονη ιστορική του ταυτότητα. Ξεχωρίζει ιδιαίτερα το The Pavilion, γνωστό και ως “The Cottage”, ένα εμβληματικό κτίσμα του 1905 που σήμερα αποτελεί διατηρητέο μνημείο και είναι από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του γηπέδου.

Μαζί με τη Johnny Haynes Stand, με τα ξύλινα καθίσματα, δίνουν στο Craven Cottage έναν έντονο παραδοσιακό και ιστορικό χαρακτήρα.

Επιπλέον, η ατμόσφαιρα είναι πολύ ιδιαίτερη. Οι φίλαθλοι βρίσκονται κοντά στον αγωνιστικό χώρο, δημιουργώντας μια αυθεντική και «ζωντανή» εμπειρία αγώνα, που έρχεται σε αντίθεση με τα πιο σύγχρονα και εμπορικά στάδια.

Συνολικά, το Κρέιβεν Κότατζ αντιπροσωπεύει την παράδοση, την ιστορία και την καθαρή ποδοσφαιρική κουλτούρα στο υψηλότερο επίπεδο».

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία, προπονητικά, που αντιμετώπισες όταν αναλάβατε τη Φούλαμ;

«Όταν φτάσαμε στη Φούλαμ, ήμασταν στην Championship - ένα εξαιρετικά απαιτητικό πρωτάθλημα με πολλά παιχνίδια και μεγάλη ποικιλία αγωνιστικών στυλ από ομάδα σε ομάδα.

Η μεγαλύτερη προπονητική πρόκληση ήταν η διατήρηση της συνέπειας μέσα σε ένα τόσο έντονο και απρόβλεπτο περιβάλλον. Κάθε εβδομάδα απαιτούσε διαφορετική τακτική προσέγγιση, με πολύ περιορισμένο χρόνο προετοιμασίας μεταξύ των αγώνων.

Παράλληλα, ο στόχος μας ήταν ξεκάθαρος: να επαναφέρουμε τη Φούλαμ στην Premier League. Έπρεπε να ισορροπήσουμε την άμεση προετοιμασία κάθε αγώνα με τη δημιουργία μιας σταθερής αγωνιστικής ταυτότητας, διατηρώντας υψηλά επίπεδα φυσικής και πνευματικής ετοιμότητας σε όλη τη διάρκεια της σεζόν.

Μετά την άνοδο, δώσαμε ιδιαίτερη έμφαση στη σωστή διαμόρφωση του ρόστερ. Η εμπειρία από την προηγούμενη παρουσία μας στην Premier League μας βοήθησε να οργανωθούμε καλύτερα και να πετύχουμε τη σταθεροποίηση της ομάδας στο υψηλότερο επίπεδο.

Συνολικά, η Championship ήταν μια απίστευτη εμπειρία — ένα πολύ απαιτητικό πρωτάθλημα, που σε δοκιμάζει καθημερινά και σε εξελίσσει σε όλους τους τομείς».

Έζησες και τον Γουίλιαν που πέρασε από τον Ολυμπιακό και έκανε εξαιρετικές εμφανίσεις με τη Φούλαμ. Θέλω να μου πεις για εκείνον. Ποιος είναι ο Γουίλιαν εκτός αγωνιστικού χώρου και γιατί θεωρείς ότι δεν έπιασε στην Ελλάδα;

«Είναι ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής και, ακόμα περισσότερο, ένας εξαιρετικός άνθρωπος. Ήταν πραγματική χαρά να τον βλέπεις τόσο στους αγώνες όσο και στην καθημερινή δουλειά στις προπονήσεις.

Σε καθημερινή βάση ήταν απόλυτα επαγγελματίας, με πολύ υψηλό επίπεδο συνέπειας και νοοτροπίας.

Ταυτόχρονα, ήταν πολύ ταπεινός και ευγενικός, με καλή αίσθηση του χιούμορ, πειραχτήρι με την καλή έννοια, και πάντα θετικός μέσα στα αποδυτήρια — κάτι που τον έκανε ιδιαίτερα αγαπητό στην ομάδα. Για μένα είναι ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές με τους οποίους έχω συνεργαστεί και ήταν πραγματική απόλαυση να δουλεύω μαζί του.

 

Ίσως στην Ελλάδα, στον Ολυμπιακό, να μην προσαρμόστηκε πλήρως στο αγωνιστικό στυλ ή να μην βρήκε ακριβώς τον ρόλο που του ταίριαζε μέσα στην ομάδα. Κάθε πρωτάθλημα έχει διαφορετικές απαιτήσεις και διαφορετικό ρυθμό παιχνιδιού.

Στην Αγγλία, όμως, είχε ήδη αποδείξει την ποιότητά του για πολλά χρόνια με την Τσέλσι, οπότε ένιωσε πιο άνετα και πιο “στα νερά του”, κάτι που φάνηκε ξεκάθαρα στην απόδοσή του μαζί μας.

Σε κάθε περίπτωση, μιλάμε για έναν κορυφαίο επαγγελματία και έναν παίκτη πολύ υψηλού επιπέδου, που είχε σημαντική επίδραση ειδικά στην πρώτη του χρονιά μαζί μας».

Ποιον παίκτη σε αντίπαλη ομάδα είδες στον αγωνιστικό χώρο και πραγματικά εντυπωσιάστηκες με αυτά που έκανε;

«Είμαι στην Premier League από το 2017, οπότε έχω αντιμετωπίσει και δει πολλούς κορυφαίους ποδοσφαιριστές. Θα μπορούσα να αναφέρω αρκετούς, γιατί το επίπεδο είναι πραγματικά εξαιρετικά υψηλό.

Από παίκτες που έχω αντιμετωπίσει στο παρελθόν, ένας που με εντυπωσίασε ιδιαίτερα είναι ο Αζάρ. Η ικανότητά του στο 1v1, η αλλαγή κατεύθυνσης και ο τρόπος που δημιουργούσε φάσεις από το τίποτα τον έκαναν εξαιρετικά δύσκολο αντίπαλο. Σε κλειστούς χώρους ήταν σχεδόν ασταμάτητος.

Επίσης, θα αναφέρω τον Ντε Μπρόινε για την ποιότητα, την αντίληψη και τη συνέπειά του στο υψηλότερο επίπεδο. Είναι από τους πιο ολοκληρωμένους μέσους που έχω δει, με την ικανότητα να επηρεάζει το παιχνίδι με μία μόνο πάσα και να καθορίζει τον ρυθμό.

Επιπλέον, θα προσέθετα τον Σαλάχ ο οποίος με την ταχύτητα, την εκρηκτικότητα και την ικανότητά του να τελειώνει φάσεις υπό πίεση είναι σταθερά ένας από τους πιο επικίνδυνους επιθετικούς στο πρωτάθλημα.

Ο Νταβίντ Σίλνα με εντυπωσίασε για την ηρεμία του με την μπάλα, την ευφυΐα στις αποφάσεις του και τον τρόπο που έβρισκε χώρους που δεν φαίνονταν σε κανέναν άλλον. Ήταν πάντα ένα βήμα μπροστά στο παιχνίδι.

Τέλος, ο Αγουέρο ήταν ένας επιθετικός με απίστευτη αίσθηση του γκολ. Δεν χρειαζόταν πολλές ευκαιρίες για να σκοράρει και είχε την ικανότητα να αλλάζει παιχνίδια σχεδόν μόνος του.

Αυτοί οι παίκτες δείχνουν τι σημαίνει κορυφαίο επίπεδο στην Premier League, καθώς μπορούσαν να κρίνουν ένα παιχνίδι ανά πάσα στιγμή».

Το πρώτο πράγμα που σου έρχεται στο μυαλό όταν ακούς τη λέξη «Φούλαμ».

«Όταν ακούω «Φούλαμ», σκέφτομαι οικογένεια, σταθερότητα και μια ομάδα που χτίζει κάτι με διάρκεια.

Για μένα προσωπικά, η Φούλαμ σημαίνει επίσης ένα πολύ σημαντικό ταξίδι εξέλιξης, με μεγάλες προκλήσεις αλλά και σημαντικές επιτυχίες, όπως η άνοδος στην Premier League και η σταθεροποίηση της ομάδας σε αυτό το επίπεδο.

Είναι ένα περιβάλλον που σου δίνει τη δυνατότητα να εξελιχθείς και να δουλεύεις καθημερινά σε υψηλό επίπεδο».