Ο Ρόι Χότζον είναι ο άνθρωπος που «έγραψε» την ιστορία του με αγάπη, όχι με τρόπαια!

Είτε μας αρέσει, είτε όχι, ο Ρόι Χότζον είναι από εκείνους τους ανθρώπους που το ποδόσφαιρο είναι σαν δεύτερη ανάσα. Είναι ο ήσυχος, ο επίμονος άνθρωπος που «χτίζει» καριέρες, σαν να υφαίνει μια παλιά κουβέρτα: με υπομονή, με αγάπη, με κάποιες τρύπες που δείχνουν πόσο σκληρά πάλεψε. Είναι ένας αγαπημένος θείος, είναι κάποιος που ποτέ δεν έδωσε πρωτοσέλιδες ατάκες, αλλά που αγαπά αυτό το άθλημα και όχι τα φανταχτερά φώτα. Γι' αυτό και στα 78 του χρόνια κάθεται και πάλι σε έναν πάγκο, στην Μπρίστολ Σίτι. 



Ο Ρόι Χότζον είναι ο άνθρωπος που «έγραψε» την ιστορία του με αγάπη, όχι με τρόπαια!

Γράφει ο Maverick 

Με τη Χάλμσταντ πήρε κάποτε πρωτάθλημα στη Σουηδία. Με την Εθνική Ελβετίας βρήκε την ψυχή του. Πήρε μια ομάδα που ζούσε στις σκιές της Ευρώπης, μια χώρα που δεν αγαπούσε το ποδόσφαιρο και  δεν είχε μάθει ακόμα να ονειρεύεται μεγαλεία, και την έκανε να πιστέψει. Ξαφνικά, οι Ελβετοί ένιωθαν περήφανοι. Δεν ήταν απλώς μια περίοδος που πέρασαν το 1996 έπειτα από 30 χρόνια σε μια μεγάλη διοργάνωση, αλλά ανέβηκαν στο νούμερο 3 του ranking της FIFA. 

Ήταν η στιγμή που ένας ολόκληρος λαός σήκωσε το κεφάλι και είπε «εμείς είμαστε εδώ». Ο Χότζον, με εκείνη την αγγλική του ηρεμία και το βλέμμα που έλεγε «δεν τρέχουμε, χτίζουμε», τους έδωσε κάτι πιο βαθύ από νίκες: τους έδωσε ταυτότητα. Ήταν σαν να πήρε ένα μικρό, ταπεινό σπίτι και το έκανε παλάτι. Και οι παίκτες του; Τον ακολουθούσαν με τα μάτια, όχι από φόβο, αλλά από σεβασμό. 

Εκεί, ο Ρόι δεν ήταν απλά προπονητής. Ήταν ο άνθρωπος που τους έμαθε να ονειρεύονται χωρίς να χάσουν τον εαυτό τους.

Δούλεψε στην Ίντερ και ο Μοράτι τον ευχαρίστησε, γιατί ισορρόπησε μια ομάδα που είχε χάσει το δρόμο της. Παραλίγο να πάρει και ένα ευρωπαϊκό τρόπαιο, αλλά το έχασε στα πέναλτι από τη Σάλκε. Δούλεψε μετά στην Μπλάκμπερν, που από πρωταθλήτρια το 1995 είχε γλυτώσει τον υποβιβασμό το 1997. Τη μετέτρεψε ξανά σε πρωταγωνίστρια και μάλιστα, για ένα διάστημα, διεκδίκησε και τον τίτλο το 1997-98, και στο τέλος βγήκε στην Ευρώπη.

Αργότερα μπήκε στη ζωή του  η Φούλαμ.  Εκεί, η ιστορία γίνεται παραμύθι. Μια ομάδα που πάλευε να μην πνιγεί στην Premier League, με παίκτες που δεν ήταν αστέρια, αλλά άνθρωποι με καρδιά.

Ο Χότζον μπήκε μέσα σαν ο παλιός δάσκαλος που ξέρει ότι η σκληρή δουλειά δεν είναι τιμωρία, είναι αγάπη. Και ξαφνικά, το «Κρέιβεν Κότατζ» μεταμορφώθηκε σε θέατρο. Την έσωσε τελευταία στιγμή τη μία σεζόν, την άλλη την έβγαλε στην Ευρώπη με την καλύτερη θέση ποτέ στην ιστορία της, την 7η, και μετά ήρθε η πορεία στην Ευρώπη.

Εκείνες οι νύχτες στο Europa League, όταν η Φούλαμ έπαιζε με τις μεγάλες, ήταν μαγικές. Δεν ήταν μόνο ποδόσφαιρο. Ήταν η χαρά του μικρού που νικάει τον γίγαντα. Οι οπαδοί έκλαιγαν, οι παίκτες έδιναν την ψυχή τους, και ο Χότζον στεκόταν στην άκρη του γηπέδου με εκείνο το ήρεμο χαμόγελο που έλεγε «σας το είπα». Εκεί, ο Ρόι δεν είχε στα χέρια απλώς μια ομάδα. Έδωσε σε χιλιάδες ανθρώπους την πίστη ότι το όνειρο δεν έχει μέγεθος. Ήταν η απόδειξη ότι με πίστη και υπομονή, ακόμα και η πιο ταπεινή ιστορία μπορεί να γίνει επική. Οι βραδιές με την κάτοχο του τίτλου Σαχτάρ, με τη Γιουβέντους και με το Αμβουργο. Κόντρα σε κάθε λογική και σε κάθε προγνωστικό. Ή παρουσία στον τελικό εκείνη την χρονιά του 2010 και η ήττα στις λεπτομέρειες απέναντι στην Ατλέτικο Μαδρίτης. 

Αλλά η καριέρα του δεν ήταν μόνο φως. Υπήρξαν και εκείνες οι μεγάλες προκλήσεις που τον πλήγωσαν βαθιά. Όπως η Λίβερπουλ. Το 2010, όταν τον κάλεσαν στο «Άνφιλντ», ήταν σαν όνειρο που γίνεται πραγματικότητα. Ο Ρόι Χότζον, ο άνθρωπος που είχε «χτίσει» καριέρα σε μικρές ιστορίες, πήγαινε στο μεγάλο θέατρο. Και όμως… κάτι δεν πήγε καλά.

Δεν ήταν ότι δεν είχε καρδιά. Είχε. Αλλά η Λίβερπουλ είναι κάτι παραπάνω από ομάδα. Είναι κληρονομιά, είναι πάθος που καίει, είναι οπαδοί που ζητούν να βλέπουν την ψυχή τους να τρέχει στο χορτάρι. Ο Χότζον, με την προσεκτική, οργανωμένη φιλοσοφία του που τόσο καλά δούλευε στους «μικρούς», βρέθηκε ξαφνικά σε έναν κόσμο που ήθελε φωτιά και όχι υπομονή. Δεν κατάφερε να συνδεθεί με τους παίκτες, όπως ήθελε. Δεν βρήκε τον τρόπο να μιλήσει στη γλώσσα του «Άνφιλντ». Ήταν σαν να προσπαθούσε να αγκαλιάσει έναν γίγαντα με χέρια που είχαν μάθει να αγκαλιάζουν μικρούς. Η πίεση, η ιστορία, το βάρος του «You’ll Never Walk Alone», όλα αυτά τον… έπνιξαν. Έφυγε σπασμένος, αλλά όχι νικημένος. 

Με το κεφάλι ψηλά, γιατί ο Ρόι ποτέ δεν έσκυψε μπροστά στην αποτυχία. Απλώς κατάλαβε ότι κάποιες φορές  οι γάμοι δεν ταιριάζουν σε όλους. Πήγε στην Γουέστ Μπρόμ και την έσωσε και αυτήν. Αργότερα, θα το έκανε και με την Κρίσταλ Πάλας όχι μία, αλλά δύο φορές.

Με την εθνική Αγγλίας απλά διαχειρίστηκε παίκτες, αλλά δεν μπορούσε να κάνει το βήμα παραπάνω, αν και η πρόκριση στα ημιτελικά του EURO το 2012 σταμάτησε στα πέναλτι, τη μόνιμη κατάρα των Αγγλων σ' εκείνο το ματς με την Ιταλία. 

Και αυτό είναι που κάνει τον Χότζον τόσο ανθρώπινο. Δεν ήταν ποτέ ο «τέλειος» προπονητής. Ήταν ο προπονητής που αγάπησε το παιχνίδι για αυτό που είναι: μια μάχη καρδιάς. Στις μικρές ομάδες, όπου η χαρά είναι αυθεντική, λάμπει. Στις μεγάλες, όπου η λάμψη είναι αδίστακτη, έσπασε. Αλλά ποτέ δεν σταμάτησε να πιστεύει. Γι’ αυτό, είτε σου αρέσει, είτε όχι, η καριέρα του είναι τεράστια. Δεν μετριέται μόνο σε τρόπαια. Μετριέται σε στιγμές που έκανε ανθρώπους να πιστέψουν ξανά, σε γήπεδα, σε έθνη, σε όνειρα που δεν χρειάζονται φλας για να λάμψουν. Ο Ρόι Χότζον δεν ήταν ο ήρωας της ιστορίας. Ήταν ο άνθρωπος που «έγραψε» την ιστορία του με τον πιο ειλικρινή τρόπο: με αγάπη. Και αυτό, φίλε μου, είναι το μεγαλύτερο τρόπαιο που μπορεί να κερδίσει κανείς.

Χάρηκα που τον είδα στα 78 του σαν μικρό παιδί να θέλει να κάτσει  ξανά σε πάγκο. Σε έναν κόσμο γεμάτο ρομπότ στο ποδόσφαιρο, να αγαπάτε λίγο περισσότερο κάθε τύπο σαν τον θείο Ρόι!