Όταν η ΚΠΡ άγγιξε τον αγγλικό θρόνο
01.12.2010 | 13.48
Οι αλκυονίδες ημέρες που περνάει εφέτος η ΚΠΡ φέρνουν στις μνήμες ημών και όχι μόνον την κορυφαία της ομάδα όλων των εποχών στα μέσα της δεκαετίας του 70, όταν και είχε φθάσει μία ανάσα από την μεγάλη υπέρβαση του να στεφθεί βασίλισσα του Νησιού.

Αμφισβητώντας κολοσσούς του μεγέθους της Λίβερπουλ, της Λιντς ή ακόμα και της τότε πολύ ισχυρής (και λατρεμένης προσωπικά) Ντέρμπι Κάουντι.
Του Γιάννη Καπαγερίδη
Γιατί το σωματείο του Λονδίνου, που ιδρύθηκε το 1882 και πήρε το όνομα του επειδή οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές της ομάδας ήταν κάτοικοι της περιοχής Κουίνς Πάρκ στο Νοτιοδυτικό τμήμα της βρετανικής πρωτεύουσας, δεν έχει να επιδείξει κάτι το ιδιαίτερο σ’ αυτά τα 140 χρόνια της διαδρομής του.
Έγινε επαγγελματική επτά χρόνια αργότερα και κατέχει το ρεκόρ στην «Γηραιά Αλβιόνα» ότι έχει αλλάξει τα περισσότερα «σπίτια» από οποιαδήποτε άλλη. Αισίως είναι 20 τα γήπεδα που έχουν αποτελέσει ως τώρα την έδρα της και το τελευταίο εξ αυτών το «Λόφτους Ρόουντ» στο οποίο και «διαμένει» από το 1963 μέχρι σήμερα (ενώ στο παρελθόν κάτι ανάλογο είχε γίνει τόσο από το 1917 ως το 1931 όσο και από το 1933 ως το 1962 με ενδιάμεσο σταθμό σ’ αμφότερες τις περιπτώσεις το «Γουάιτ Σίτι Στέντιουμ ) έχει επίσης μία ιστορική πρωτιά. Είναι το παρθενικό γήπεδο επαγγελματικής ομάδας που απέκτησε πλαστικό τάπητα στις αρχές της δεκαετίας του 80 πριν το παράδειγμα των Λονδρέζων ακολουθήσουν λίγα χρόνια αργότερα Λούτον , Όλνταμ και Πρέστον.
Από αγωνιστικής πλευράς μεγάλο επίτευγμα της ασφαλώς, όχι φυσικά το γεγονός ότι κατάκτησε τον τίτλο της πάλαι ποτέ 3ης κατηγορίας την περίοδο 1966-67, αλλά το ότι στις 4 Μαρτίου του 1967 κατέκτησε το Λιγκ Καπ επικρατώντας αν και βρέθηκε 2-0 πίσω στο σκορ 3-2 της Γουέστ Μπρόμγουϊτς Άλμπιον στον τελικό της διοργάνωσης . Τον πρώτο που φιλοξενήθηκε στο παλαιό «Γουέμπλεϊ».
Η παρθενική της είσοδος στα σαλόνια του αγγλικού ποδοσφαίρου ήρθε το 1968 αλλά υποβιβάστηκε μία σεζόν αργότερα. Στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 70 και μετά την παραχώρηση του μεγάλου της σταρ Ρόντνεϊ Μάρς στην Μάντσεστερ Σίτι απέκτησε νέα αστέρια (Φιλ Πάρκς, Ντέιβ Τόμας, Ντον Γκίβενς , και Σταν Μπόουλς) πλάι στους οποίους υπήρχαν ντόπια ταλέντα (Ντέιβ Κλέμεντ , Ίαν Γκίλαρντ , Μικ Λιτς και Τζέρι Φράνσις).
Η άφιξη του Ντέιβ Σέξτον στον πάγκο της το 1974 την έβγαλε ως δια μαγείας από την αφάνεια και την περίοδο 1975–76 λίγο έλειψε με την προσθήκη έμπειρων παικτών όπως οι Φρανκ ΜακΛίντοκ (κάπτεν της Άρσεναλ στο παρθενικό της νταμπλ το 1971), Ντέιβ Γουέμπ (βασικό στέλεχος της Τσέλσι που κατέκτησε στις αρχές τις ίδιας δεκαετίας το κύπελλο Αγγλίας και το Κύπελλο Κυπελλούχων στο στάδιο Καραϊσκάκη ένα χρόνο αργότερα) , Τζον Χόλινς (επίσης άσος της Τσέλσι την ίδια περίοδο και μετέπειτα της Άρσεναλ) και Ντον Μάσον ( πρωταθλητής Αγγλίας με την Ντέρμπι τα προηγούμενα χρόνια) να κατακτήσει τον τίτλο.
Με ένα μαγικό σερί 23 νικών σε 24 ματς οι Λονδρέζοι ήταν αγκαλιά με το τρόπαιο αλλά τους κόστισε η ήττα (η 7η σε 42 ματς) από τη Νόριτς λίγο πριν από το φινάλε. Τερμάτισαν τελικά 2οι ένα βαθμό πίσω από την Λίβερπουλ που την τελευταία ημέρα νίκησε τη Γουλβς και έκοψε πρώτη αυτή το νήμα.
Όμως έχοντας επτά διεθνείς Άγγλους (Πάρκς, Χόλινς, Τόμας, Μπόουλς, Κλέμεντ , Γκίλαρντ , Φράνσις, δύο Σκωτσέζους (ΜακΛίντοκ , Μάσον ) και ένα Ιρλανδό (Γκίβενς ) στο έμψυχο της υλικό η ΚΠΡ εντυπωσίαζε με το ποιοτικό της παιχνίδι.
Ανάμεσα τους ξεχώριζαν ο χαρισματικός αλλά και όχι και τόσο πειθαρχημένος μέσα και έξω από τα γήπεδα Μπόουλς , ο σπουδαίος γκολτζής Γκίβενς (ρέκορντμαν τερμάτων με την εθνική Ιρλανδίας επί χρόνια πριν τον ξεπεράσει ο Ρόμπι Κιν) και πάνω από όλους ο Τζέρι Φράνσις. Ο κάπτεν όχι μόνο της ίδιας αλλά και της εθνικής Αγγλίας ο σοβαρός τραυματισμός του οποίου αποτέλεσε την κατά την ταπεινή μου γνώμη τη βασική αιτία της μη πρόκρισης της Αγγλίας στα τελικά του Μουντιάλ της Αργεντινής το 1978). Ένας από τους σπουδαιότερους επιτελικούς μέσους που έβγαλε το Νησί εκείνη την εξαιρετικά παραγωγική εποχή.
Από τότε και έπειτα με εξαίρεση την πορεία της ως τα προημιτελικά του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ (αποκλείστηκε από την ΑΕΚ στα πέναλτι με ήρωα τον Νίκο Χρηστίδη για την ελληνική ομάδα στο 2ο ματς στη Νέα Φιλαδέλφεια) η παρουσία στον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας το 1982 (ήττα 1-0 στον επαναληπτικό από την Τότεναμ) για πρώτη και μοναδική φορά (όντας μάλιστα ομάδα 2ης κατηγορίας), εκείνη του Λιγκ Καπ το 1986 ( ήττα από την Όξφορντ) και δύο 5ες θέσεις στο πρωτάθλημα την δεκαετία του 80 είναι ότι καλύτερο έχει να επιδείξει καθώς συχνά –πυκνά υποβιβαζόταν από την κορυφαία κατηγορία (και μάλιστα το 2001 κατρακύλησε στην 3η τη τάξει).
Πλέον με την πρόσληψη τον περασμένο Μάρτη του Νίλ Γουόρνοκ οι «χουπς» έχουν μεταμορφωθεί σε κορυφαίο πρωταγωνιστή της Τσάμπιονσιπ. Προσφέρουν πολύ ωραίο θέαμα και φιλοδοξούν να επιστρέψουν στα σαλόνια της Πρέμιερ Λιγκ τον προσεχή Μάιο. Και οι φίλοι τους ζουν ξανά ένα μέρος από τις ημέρες δόξας της μέχρι σήμερα ανεπανάληπτης για το σωματείο δεκαετίας του 70.






















