Το Νησί...ψωνίζει ελληνικά!

Δεν έχουν περάσει παρά μόνο λίγα χρόνια από τότε που ηχούσαν συνεχώς στις απανταχού ελληνικές ποδοσφαιρικές συζητήσεις, λόγια πλήρους απαξίωσης για την δυνατότητα των παιχτών που προέρχονται από το ελληνικό πρωτάθλημα να μεταπηδήσουν στο υπέρογκα απαιτητικό αντίστοιχο αγγλικό. 



Το Νησί...ψωνίζει ελληνικά!

Στα μάτια όλων μας, είχε γίνει όμοιας δυσκολίας με τον τετραγωνισμό του κύκλου μία τέτοια πιθανή μεταγραφή. Παίχτες που ξεχώριζαν σαν τη μύγα μέσα στο γάλα στην Ελλάδα, θα έπρεπε πρώτα να περάσουν από κάποιο άλλο πρωτάθλημα ολίγον τι ποιο ποιοτικό από το ελληνικό και εν συνεχεία να καταφέρουν να αγωνιστούν στην Αγγλία. Χωρίς, την έγκριση μίας τέτοιας  Λυδίας λίθου, το Νησί έμοιαζε και ιστορικά ήταν, άβατο.

Σκεφτόμουν ποιοι μπορούσαν να είναι οι λόγοι που δημιουργούσαν αυτή την πεποίθηση. Δεν δυσκολεύτηκα, ήταν προφανείς. Πρώτον, οι ελληνικές ομάδες φάνταζαν υπερβολικά κατώτερες από τις αντίστοιχες αγγλικές, και δεύτερον λόγω της φύσης του πρωταθλήματος οι παίχτες που αγωνίζονταν στο ελληνικό έδιναν εκ των πραγμάτων πολύ μικρότερη σημασία σε θέματα ταχυδύναμης, μία παράμετρο ζωτικής σημασίας για την επιβίωση στην Αγγλία. Για όσους παρακολουθούν τα τεκταινόμενα του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου την τελευταία 20 ετία γίνεται εύκολα αντιληπτό πώς και τα δύο παραπάνω επιχειρήματα έχουν προ πολλού καταρρεύσει. Οι αγγλικές ομάδες λόγω της εμπορικής διάνοιξης των ευρωπαικών διοργανώσεων είχαν την ευκαιρία να αντιμετωπίσουν πάμπολλες φορές αντίστοιχες ελληνικές. Αυτές οι αναμετρήσεις, φυσικά έγειραν στη πλειονότητα υπέρ των Άγγλων, αλλά επέδειξαν μία αξιοζήλευτη ανταγωνιστικότητα, κάτι που απέδειξε ότι η ψαλίδα δεν είναι και χαώδης, όπως κάποιοι νόμιζαν κάποτε. Ο Ολυμπιακός τη σεζόν 2004-05, λίγο έλειψε να αποκλείσει στους ομίλους τη μετέπειτα πρωταθλήτρια Ευρώπης Λίβερπουλ, την οποία είχε νικήσει στην έδρα του με 1-0. Ο ΠΑΟΚ λίγα χρόνια μετά εξοβέλιζε την  Τότεναμ. Λίγο παλαιότερα (2003) ο Παναθηναϊκός είχε κερδίσει την Άρσεναλ ενώ γενικότερα οι πολλαπλές συναντήσεις Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού με Μάντσεστερ και Άρσεναλ όλα αυτά τα χρόνια άφησαν μία καλές εντυπώσεις από ισορροπημένες εμφανίσεις. Βεβαίως, δε θα πρέπει να λησμονεί κανείς την κατάκτηση του Ευρο 2004, η οποία ξεκλείδωσε μία και καλή το αραχνιασμένο σεντούκι με τις διεθνείς αμφιβολίες περί ισχυρού μετάλλου των παιχτών. Όσο αναφορά το δεύτερο επιχείρημα περί έλλειψης δύναμης και ταχύτητας, εδώ νομίζω ότι η τεχνολογία και η σύγχρονη εποχή δεν αφήνουν κανένα περιθώριο. Έχουν τη λύση μόνες τους. Οι Άγγλοι γνωρίζουν ότι σε αυτούς τους τομείς οι βελτιώσεις πλέον γίνονται σε θαυμαστό χρόνο.

Το 2006 ο Τουρέ χρειάστηκε να καταφύγει στη Μονακό για να πείσει Μπαρτσελόνα και Σίτι να τον πάρουν. Είμαι πεπεισμένος ότι το 2014, η Σίτι θα τον αγόραζε κατευθείαν από τον Ολυμπιακό όπως έκανε και η Έβερτον για τον Μιραλάς. Το νησί πλέον δεν είναι άβατο. Οι αγγλικές ομάδες εμπιστεύονται τους παίχτες που αγωνίζονται στην Ελλάδα. Δεν θα μου κάνει καμία έκπληξη να είναι ο Μανωλάς του χρόνου βασικός κεντρικός αμυντικός στη Λίβερπουλ ή στην Τότεναμ. Η εμπορευματοποίηση, το μάρκετνγκ, η παγκοσμιοποίηση έφερε τους ποδοσφαιρικούς κόσμους πιο κοντά. Σε αυτή τη λογική δεν πιστεύω αυτούς που υποστηρίζουν ότι ο Μήτρογλου πήγε στη Φούλαμ για να τον δει κάποια μεγαλύτερη ομάδα. Φληναφήματα απόκρυψης της αλήθειας. Τον πήρε η Φούλαμ γιατί αυτή ενδιαφέρθηκε και πλήρωσε ανάλογα. Αν τον ήθελαν Άρσεναλ, Τσέλσι, Μάντσεστερ θα τον έπαιρναν κατευθείαν από τον Ολυμπιακό. Δεν υπάρχει καμία ανάγκη να δοκιμαστεί ένας παίχτης που έχει οδηγήσει μία ομάδα στους 16 του Τσάμπιονς Λιγκ, σε μία ομάδα που μάχεται να σωθεί. Οι δοκιμαστικοί σωλήνες ανήκουν σε άλλες δεκαετίες. Εκτός αν βρεθεί κάποιος να ισχυριστεί ότι η Μάντσεστερ φοβάται όταν πηγαίνει στο Κρέιβεν Κότατζ ενώ σκέφτεται ως ταξιδάκι αναψυχής το Καραϊσκάκης.

Άγγελος Αλαμανιώτης