Πλήρωσε και... περιμένει
Ο Γκάρεθ Μπέιλ προέρχεται από ένα ποδοσφαιρικό έθνος, από αυτά που χρησιμοποιούμε ως παραδείγματα όταν θέλουμε να καταδείξουμε πόσο «άδικο» είναι μερικές φορές το ποδόσφαιρο. Γράφει ο Γιάννης Μπίλιος.

Ως Ουαλός, είναι εξαιρετικά απίθανο να παίξει με την Εθνική του σε Παγκόσμιο Κύπελλο, εκτός πια και αν στα χρόνια που θα έρθουν αποδειχθεί ότι η κλάση του είναι επαρκής για να ανέβει επίπεδο η συγκεκριμένη ομάδα και να φτάσει να παίρνει μέρος στα μεγάλα ραντεβού.
Είναι αυτή η αιώνια συζήτηση για το πόσο κρίμα είναι που δεν έπαιξαν σε Μουντιάλ ο Μπεστ, ο Γκιγκς, ο Λιτμάνεν, ο Γουεά, ο Δομάζος και τόσοι ακόμα γητευτές της μπάλας που δεν ανήκαν σε μεγάλες ή έστω «μεσαίες» εθνικές ομάδες. Μπορεί να δοξάστηκαν σε συλλογικό επίπεδο, αλλά αγωνίστηκαν σε Εθνικές που (τουλάχιστον στα χρόνια της ποδοσφαιρικής ακμής των παραπάνω ) έμεναν μακριά από τις μεγάλες διοργανώσεις.
Ο Μπέιλ πολύ δύσκολα θα δει έστω έναν ποδοσφαιριστή από αυτούς που τον πλαισιώνουν ή που θα τον πλαισιώσουν στο μέλλον στην Εθνική Ουαλίας, να φτάνει στα δικά του στάνταρ. Μιλάμε για έναν παίκτη παγκόσμιας κλάσης που ίσως βρεθεί τα επόμενα χρόνια στην εξής δύσκολη θέση: να τον χρυσοπληρώνει η Ρεάλ Μαδρίτης, αλλά να αναγκάζεται να τον χάνει 10-12 φορές το χρόνο για να πηγαίνει αυτός να ενισχύει μια Εθνική που επί της ουσίας δεν έχει –και μάλλον δεν θα έχει ποτέ- κάποιον μεγάλο στόχο.
Εδώ είστε κι εδώ είμαι, δεν θα αργήσει η ώρα που ο Ουαλός θα δηλώσει «τραυματίας» ή και ανοιχτά απρόθυμος να «τραβηχτεί» με την Εθνική του σε ένα αδιάφορο ταξίδι στη Μολδαβία ή στην Κύπρο. Ακόμα και ο Ράιαν Γκιγκς που έκανε και κάνει καριέρα εντός νησιού, είχε αξιώσει να μην ακολουθεί την Ουαλία στα ταξίδια εκτός Βρετανίας, γι’ αυτό άλλωστε και σταμάτησε στις 64 συμμετοχές. Στα 33 του μάλιστα απάλλαξε εαυτόν από την… ταλαιπωρία, καθώς οι (πολύ πιο σοβαρές)υποχρεώσεις του με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ απαιτούσαν απόλυτη αφοσίωση.
Γενικά, η περίπτωση Μπέιλ έχει πολλές… ατέλειες. Κι άλλοι «προκάλεσαν» (τα εισαγωγικά έχουν μεγάλη σημασία, καθώς ο γράφων θεωρεί ότι δεν υπάρχει ΚΑΜΙΑ πρόκληση σε τέτοιου είδους εμπορικές συμφωνίες ανάμεσα σε ιδιωτικές εταιρείες) κατά καιρούς την παγκόσμια κοινή γνώμη με τα λεφτά που κόστισαν, αλλά ανήκαν σε συλλόγους και σε εθνικές που πρωταγωνιστούσαν στις διοργανώσεις, στις οποίες αγωνίζονταν. Τα ονόματα Μαραντόνα, Γκούλιτ, Μπάτζιο, Παπέν, Βιάλι, Σίρερ, Ρονάλντο (ο… χοντρός) Ντενίλσον, Βιέρι, Κρέσπο, Φίγκο, Ζιντάν, Κακά και Ρονάλντο (ο… χτιστός) δεν χρειάζονται πολλές συστάσεις. Ολοι τους είχαν σπάσει το παγκόσμιο ρεκόρ μεταγραφής και όλοι τους αγωνίζονταν σε συλλόγους και σε εθνικές πρώτης γραμμής. Απαντες είχαν παίξει ή θα έπαιζαν σε έστω ένα Μουντιάλ. Ακόμα και ο Τζίτζι Λεντίνι που είχε κοστίσει δέκα δις δραχμές το 1992 για να πάει από την Τορίνο στη Μίλαν, δεν θα είχε χάσει το Παγκόσμιο των ΗΠΑ το 1994, αν δεν είχε μεσολαβήσει εκείνο το τροχαίο που (δεν του τελείωσε την καριέρα, αλλά) ουσιαστικά τον άφησε πολύ πίσω.
Ο Μπέιλ, αντίθετα, έχει παίξει μόνο μία σεζόν στο Τσάμπιονς Λιγκ και δεν είχε προλάβει καλά καλά να κρεμάσει στο λαιμό του ούτε καν το μετάλλιο του νικητή του Λιγκ Καπ του 2008, του μοναδικού τίτλου στη νεότερη ιστορία της Τότεναμ. Δεν ένιωσε ποτέ την πίεση ενός τελικού ή ενός ντέρμπι τίτλου. Ούτε καν την πίεση ενός μπαράζ για πρόκριση σε Euro ή Μουντιάλ. Η Ρεάλ, παρά ταύτα, έδωσε ένα οριακά εννεαψήφιο νούμερο σε ευρώ για να τον κάνει δικό της. Τώρα, περιμένει να… δικαιωθεί για την επένδυσή της, ελπίζοντας ότι ο Γκάρεθ Μπέιλ θα αναδειχθεί σε παγκόσμιας ακτινοβολίας ποδοσφαιρικό αστέρι, κάτι που με την Τότεναμ και με την Ουαλία δεν είχε, εκ των πραγμάτων, τη δυνατότητα να αναδειχθεί. Επιπλέον, η Ρεάλ έβαλε έναν άλλον… μπελά στο κεφάλι της.
Ο Ρονάλντο και ο Φίγκο με την Πορτογαλία, ο Ζιντάν με τη Γαλλία, ο Κακά με τη Βραζιλία είχαν τη δυνατότητα να πηγαίνουν στα Παγκόσμια Κύπελλα και να διατηρούν (αν όχι να αυξάνουν) την εμπορική τους αξία μέσω των Εθνικών τους Ομάδων. Ο Μπέιλ δεν θα έχει αυτή τη δυνατότητα και θα πρέπει να διατηρεί την υψηλή μεταπωλητική του αξία μόνο μέσω της Ρεάλ. Για τέτοιου επιπέδου ποδοσφαιριστή, είναι πολύ δύσκολο κάτι τέτοιο. Εκτός και αν η «Βασίλισσα» αρχίσει να κατακτά εκ νέου την κορυφή της Ευρώπης, όπως έκανε πολύ τακτικά πριν από πολλά χρόνια, στο «γύρισμα» του αιώνα.
Περιμένουμε με ενδιαφέρον τη συνέχεια…






















