Γκουστάβο Πογιέτ στο England365: «Όταν έπαθα ρήξη χιαστού στη Τσέλσι σκεφτόμουν διάφορα, αλλά ανταμείφθηκα με το Κύπελλο Κυπελλούχων!»

Ο Γκουστάβο Πογιέτ άνοιξε την καρδιά του στο England365 και τον Νότη Χάλαρη μιλώντας για τις αναμνήσεις που έχει από την εποχή που έπαιζε στην Αγγλία για λογαριασμό της Τσέλσι και της Τότεναμ αλλά και για την προπονητική του πορεία σε Μπράιτον και Σάντερλαντ πριν συστηθεί στο ελληνικό ποδόσφαιρο ως κόουτς της ΑΕΚ και μετέπειτα της Εθνικής Ελλάδος.



Γκουστάβο Πογιέτ στο England365: «Όταν έπαθα ρήξη χιαστού στη Τσέλσι σκεφτόμουν διάφορα, αλλά ανταμείφθηκα με το Κύπελλο Κυπελλούχων!»

Ένας προπονητής που έχει συνδέσει το όνομά του με την Ελλάδα και αποτέλεσε ένας από τους ποδοσφαιριστές που τίμησαν και με το παραπάνω τη φανέλα της Τσέλσι.

Ο Γκουστάβο Πογιέτ αναζητά τον επόμενο σταθμό της καριέρας του μετά τη θητεία του στην Αλ Καλέχ και ο ίδιος θυμήθηκε στο England365 ιστορίες και στιγμές από την παρουσία του στο Νησί τόσο ως ποδοσφαιριστής όσο και ως προπονητής.

Τα τέσσερα χρόνια στην Τσέλσι με τίτλους, τραυματισμούς, δυσκολίες, πανηγυρισμούς αλλά και συμβίωση με θρύλους του παγκόσμιου ποδοσφαίρου πριν μετακομίσει στην Τότεναμ και αντιληφθεί τι εστί το ντέρμπι του Λονδίνου.

Αναλυτικά:

Ας τα πάρουμε από την αρχή. Πώς έγινε το deal με την Τσέλσι το 1997;

«Ήμουν στο τέλος του συμβολαίου μου στη Σαραγόσα όταν η Τσέλσι ήρθε με μια πολύ καλή πρόταση. Αφού είδα τους παίκτες που υπήρχαν ήδη στην ομάδα (Γκούλιτ, Βιάλι, Ζόλα, Ντι Ματέο, Πετρέσκου κ.ά.), αποφάσισα να ακούσω τι είχαν να μου πουν. Ήταν μια καθοριστική στιγμή στην καριέρα μου και πιστεύω ότι πήρα τη σωστή απόφαση. Υπήρχαν δυνατές προσωπικότητες, τεράστια ποιότητα και όλοι ένιωθαν ότι έρχονταν συναρπαστικές εποχές».

Τι σου έκανε εντύπωση στην αρχή;

«Το πιο περίεργο για μένα ήταν ότι στην πρώτη μου προετοιμασία κάποιοι παίκτες έφεραν μαζί τους τα μπαστούνια του γκολφ. Εγώ τότε δεν έπαιζα γκολφ, οπότε το να βλέπω τσάντες με μπαστούνια μέσα στο πούλμαν ήταν, τουλάχιστον, έκπληξη. Τρεις ημέρες αργότερα κατάλαβα τον λόγο, γιατί είχαμε ελεύθερο το απόγευμα και πολλοί παίκτες πήγαν να παίξουν γκολφ».

Από παίκτες ποιος σε εντυπωσίασε;

«Ο Ζόλα ήταν ο καλύτερος παίκτης με τον οποίο αγωνίστηκα ποτέ. Ήταν πραγματικά εκπληκτικός. Είχε ταχύτητα, ένταση και ήταν πολύ δύσκολο να τον αντιμετωπίσεις μέσα στο παιχνίδι. Εμφανιζόταν την κατάλληλη στιγμή στην επίθεση και το ίδιο αργά αλλά σωστά επέστρεφε για να βοηθήσει στην άμυνα».

Ποιο γήπεδο λάτρεψες;

«Το καλύτερο γήπεδο που έχω παίξει ποτέ ήταν, χωρίς καμία αμφιβολία, το παλιό Γουέμπλεϊ. Ο καλύτερος αγωνιστικός χώρος που έχω πατήσει και συνολικά μια μοναδική εμπειρία».

Είχες συμπαίκτη και προπονητή τον αείμνηστο Βιάλι. Τι θα ήθελες να του πεις αν τον έβλεπες μπροστά σου;

«Ο Βιάλι ήταν κορυφαίος τεχνικά, εξαιρετικός στην κατανόηση του παιχνιδιού και ως άνθρωπος ακόμη καλύτερος. Ήταν ένας απόλυτος επαγγελματίας που αναλάμβανε πάντα την ευθύνη, σε βαθμό που δεν είχα ξαναδεί. Η πίεση που έβαζε ο ίδιος στον εαυτό του ήταν τεράστια. Ωστόσο είναι πολύ δύσκολο να απαντήσω στην ερώτηση. Θα είναι κάτι πολύ προσωπικό».

Πες μου για την κατάκτηση του ευρωπαϊκού με την Τσέλσι που ήρθε μετά από έναν σοβαρό τραυματισμό που είχες.

«Είχα ήδη κατακτήσει αυτό το τρόπαιο με τη Σαραγόσα, οπότε ήταν ιδιαίτερο να το κερδίσω ξανά. Είχα τραυματιστεί και έχασα το μεγαλύτερο μέρος της σεζόν, αλλά κατάφερα να επιστρέψω εγκαίρως για να παίξω στον δεύτερο ημιτελικό και στον τελικό. Αυτό ήταν κάτι πραγματικά ξεχωριστό.

Όλη η σκληρή δουλειά που έκανα επί έξι μήνες ανταμείφθηκε, αφού μπόρεσα να αγωνιστώ σε αυτά τα δύο παιχνίδια. Όταν έχεις υποστεί ρήξη χιαστού, πάντα περνούν πολλές σκέψεις από το μυαλό σου: «Θα επιστρέψω εγκαίρως;», «Θα είμαι ο ίδιος παίκτης;», «Θα μπορέσω να συνεχίσω να παίζω για πολλά ακόμη χρόνια;». Για μένα ήταν απίστευτο ότι επέστρεψα σε έναν ευρωπαϊκό ημιτελικό και στη συνέχεια έπαιξα και στον τελικό. Είναι δύσκολο να περιγράψω πώς ένιωθα εκείνη την ημέρα».


Κατέκτησες και το Σούπερ Καπ, τι το ξεχωριστό είχε εκείνο το ματς;

«Το πρωί του τελικού ο Βιάλι μου είπε ότι δεν θα ξεκινούσα βασικός. Θύμωσα πάρα πολύ, αλλά αποδέχθηκα την απόφαση. Λυπάμαι ακόμη και τον συγκάτοικό μου στο ξενοδοχείο, γιατί όλο το απόγευμα δεν σταματούσα να λέω: «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν ξεκινάω». Είχα παίξει βασικός στα δύο πρώτα παιχνίδια της Premier League και ξαφνικά έμενα στον πάγκο. Όλο αυτό επαναλαμβανόταν συνέχεια στο μυαλό μου.

Το ποδόσφαιρο όμως πάντα σου δίνει μια ευκαιρία, αρκεί να πιστεύεις στον εαυτό σου. Σκεφτόμουν ότι ήθελα έστω δέκα λεπτά συμμετοχής. Αν έπαιζα είκοσι, ακόμη καλύτερα. Και αν έπαιζα περισσότερο από είκοσι λεπτά, θα έδειχνα σε όλο τον κόσμο ότι άξιζα να είμαι βασικός. Αυτή ήταν η νοοτροπία μου όσο βρισκόμουν στον πάγκο. Τελικά μπήκα στο παιχνίδι, πέτυχα το νικητήριο γκολ και αναδείχθηκα πολυτιμότερος παίκτης του αγώνα».


Πώς ένιωσες που σκόραρες κόντρα στην Ρεάλ Μαδρίτης;

«Ήταν τρελό, ένα απίστευτο όνειρο να σκοράρω σε τελικό απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης και να κερδίσουμε με 1-0. Χωρίς καμία αμφιβολία, ήταν το σημαντικότερο γκολ της καριέρας μου».

Υπήρξες συμπαίκτης και με τον Ντιντιέ Ντεσάν που έκανε μεγάλα πράγματα με τη Γαλλία. Περίμενες ότι θα κάνει τέτοια πορεία ως προπονητής;

«Ήταν πραγματικά ένας πανέξυπνος ποδοσφαιριστής. Ήξερε να διαβάζει το παιχνίδι και να καταλαβαίνει αμέσως τις αδυναμίες του αντιπάλου. Δεν με εκπλήσσει καθόλου που έγινε ένας τόσο μεγάλος προπονητής».

Ο πιο δύσκολος αντίπαλος που αντιμετώπισες;

«Ρόι Κιν χωρίς αμφιβολία. Έπρεπε να προετοιμαστείς αρκετά στο μεντάλιτι πριν τον αντιμετωπίσεις. Πολύ σκληρός αντίπαλος».

Καλύτερη στιγμή με την Τσέλσι;

«Με τη σειρά: Το γκολ με τη Ρεάλ, το FA Cup που κατακτήσαμε στο παλιό Γουέμπλεϊ, η κατάκτηση του Κυπέλλου Κυπελλούχων μετά τον τραυματισμό μου».

Μετά πώς προέκυψε η Τότεναμ;

«Ήμουν λίγο αφελής, γιατί δεν πίστευα ότι η αντιπαλότητα ήταν τόσο μεγάλη. Ως παίκτης της Τσέλσι, ήθελα να κερδίζω τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και την Άρσεναλ. Δεν σκεφτόμουν ιδιαίτερα την Τότεναμ. Αφού υπέγραψα, τότε συνειδητοποίησα πόσο μεγάλη ήταν αυτή η αντιπαλότητα. Ήταν τρελό. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχω καμία μεταμέλεια, γιατί η περίοδός μου στην Τότεναμ, ειδικά τα δύο πρώτα χρόνια, ήταν πολύ καλή. Ήταν επίσης πολύ σημαντικό για μένα ότι μπορούσα να συνεχίσω να μένω στο ίδιο μέρος και τα παιδιά μου δεν χρειάστηκε να αλλάξουν σχολείο».

Πες μου για το ντέρμπι του Λονδίνου...

«Νομίζω ότι αυτή η αντιπαλότητα έγινε ακόμη μεγαλύτερη τα επόμενα χρόνια, όταν υπήρχε πολύ μεγαλύτερη ένταση και τριβή μέσα στο γήπεδο. Ως παίκτης της Τσέλσι, δεν έχασα ούτε ένα παιχνίδι απέναντι στην Τότεναμ, γιατί εκείνη την εποχή είχαμε ένα σερί άνω των 20 αγώνων χωρίς ήττα απέναντί της. Γι’ αυτό δεν θεωρούσα την Τότεναμ τη μεγαλύτερη αντίπαλό μας.

Αφελής; Ίσως. Αλλά η αλήθεια είναι ότι ήθελα να κατακτήσω το πρωτάθλημα και, για να το πετύχω, έπρεπε να κερδίσω τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και την Άρσεναλ».


Ποιοι παίκτες σε εντυπωσίασαν εκεί;

«Στην πρώτη μου χρονιά είχαμε πολλούς πραγματικούς παιχταράδες στην ομάδα. Ο Λες Φέρντιναντ, ο Τιμ Σέργουντ, ο Τέντι Σέριγχαμ, ο Ντάρεν Άντερτον, εγώ και πολλοί άλλοι. Αυτό σου έδινε μεγάλη ασφάλεια όταν έμπαινες στο γήπεδο. Και τεράστια αυτοπεποίθηση».

Ποια στιγμή δεν θα ξεχάσεις ποτέ;

«Το γκολ της ισοφάρισης απέναντι στην Άρσεναλ, στην έδρα μας. Στο 90ό λεπτό, για το τελικό 1-1. Η έκρηξη θορύβου στο Γουάιτ Χαρτ Λέιν ήταν απίστευτη».

Στεναχωρήθηκες όταν αποφάσισες να σταματήσεις;

«Όχι ιδιαίτερα, γιατί είχα αποφασίσει να αποσυρθώ τρεις μήνες νωρίτερα. Ήμουν ήδη ψυχολογικά έτοιμος και χαρούμενος με την απόφασή μου. Είναι μία από τις αγαπημένες μου αναμνήσεις».

Η προπονητική σου καριέρα πως ξεκίνησε;

Θυμάμαι ότι μετά την αποχώρησή μου ο Ντένις Γουάιζ προσπάθησε πολύ να με πείσει να πάω να παίξω στη Μίλγουολ, στην Championship. Όμως, αφού παρακολούθησα μία προπόνηση και έναν αγώνα από κοντά, κατάλαβα ότι είχα πάρει τη σωστή απόφαση να μην ξαναπαίξω ποδόσφαιρο. Ο Ντένις Γουάιζ με κάλεσε να γίνω βοηθός του, πρώτα στη Σουίντον και μετά στη Λιντς. Στη συνέχεια συνεργάστηκα με τον Χουάντε Ράμος στην Τότεναμ και μετά ένιωσα έτοιμος να αναλάβω ως πρώτος προπονητής».

Πόσο σε βοήθησαν στην προπονητική;

«Ο Γουάιζ και ο Ράμος είχαν εντελώς διαφορετική προσέγγιση τόσο στην προπόνηση όσο και στη σχέση τους με τους ποδοσφαιριστές. Ήταν εξαιρετική εμπειρία, γιατί είχα την ευκαιρία να δω δύο εντελώς διαφορετικούς προπονητές να παίρνουν αποφάσεις και να παρακολουθήσω πώς αντιδρούσαν οι παίκτες, τόσο ατομικά όσο και ως ομάδα».

Έκανες τα πρώτα σου βήματα στη Μπράιτον. Πώς ήταν εκεί η εμπειρία;

«Η Μπράιτον ήταν ένα μεγάλο ρίσκο για μένα, γιατί πήγα σε μια ομάδα της τρίτης κατηγορίας της Αγγλίας που πάλευε να αποφύγει τον υποβιβασμό στην τέταρτη. Στο τέλος όμως ήταν κάτι πραγματικά εντυπωσιακό. Ο τρόπος που δεθήκαμε με τους παίκτες και τον κόσμο, ο τρόπος που παίζαμε ποδόσφαιρο και η ταυτότητα που δημιουργήσαμε, η οποία υπάρχει ακόμη και σήμερα στον σύλλογο, δείχνουν ότι ήταν ίσως το ιδανικό ξεκίνημα της καριέρας μου ως πρώτος προπονητής».

Έκανες το μεγάλο βήμα στη Σάντερλαντ μετά...

«Η Σάντερλαντ ήταν ακόμη μεγαλύτερο ρίσκο από τη Μπράιτον, αλλά δεν μπορούσα να αρνηθώ την ευκαιρία να προπονήσω στην Premier League. Ο τρόπος με τον οποίο εξασφαλίσαμε την παραμονή μας θα μείνει για πάντα γνωστός ως «Το Θαύμα». Και το όνομά μου θα είναι για πάντα συνδεδεμένο με αυτόν τον σπουδαίο σύλλογο».

Πες μου για τις βραδιές που νίκησες μεγάλες ομάδες όπως η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ

«Είναι δύσκολο να αναλύσεις εκείνα τα παιχνίδια, γιατί από τη μία βρισκόμασταν στον πάτο της βαθμολογίας της Premier League και από την άλλη ήμασταν μία ανάσα από έναν τελικό, κάτι που σήμαινε τα πάντα για τους φιλάθλους. Ο δεύτερος ημιτελικός στο Όλντ Τράφορντ ήταν η απόλυτη εικόνα των αγώνων Κυπέλλου στην Αγγλία: όλα μπορούν να συμβούν. Στη διαδικασία των πέναλτι εκτελέστηκαν δέκα πέναλτι και μπήκαν μόλις τρία. Το σκορ ήταν 2-1 στα πέναλτι. Πιθανότατα η χειρότερη διαδικασία πέναλτι στην ιστορία του θεσμού!».

Πως ήταν ο τελικός του κυπέλλου με τη Μάντσεστερ Σίτι;

«Ο τελικός ήταν διαφορετικός, γιατί αντιμετωπίζαμε την πρωταθλήτρια της Premier League εκείνης της χρονιάς και γνωρίζαμε ότι θα ήταν πολύ δύσκολο να κερδίσουμε. Παρ' όλα αυτά, στο ημίχρονο προηγούμασταν με 1-0 και ο κόσμος άρχισε να ονειρεύεται. Δυστυχώς, στο δεύτερο ημίχρονο ο Γιάγια Τουρέ, ο Σαμίρ Νασρί και οι υπόλοιποι ανέβασαν κατακόρυφα την απόδοσή τους και δεν ήταν δυνατό να τους αντιμετωπίσουμε».

Τι κρατάς από την προπονητική σου παρουσία στο Νησί;

«Η εξέλιξη που είχαμε στη Μπράιτον και ο τρόπος με τον οποίο γινόμασταν όλο και καλύτεροι ήταν κάτι πολύ ιδιαίτερο για μένα ως προπονητή, γιατί ήταν η πρώτη μου δουλειά. Από την άλλη, όσα πετύχαμε στη Σάντερλαντ είχαν παγκόσμια απήχηση και ουσιαστικά διαμόρφωσαν την προπονητική μου καριέρα. Είναι πραγματικά δύσκολο να διαλέξω μία μόνο στιγμή».