Ο Ματ Τζάρβις στο England365: «Με κάλεσε η Εθνική Αγγλίας και νόμιζα πως ήταν φάρσα – Πήγα στη Γουέστ Χαμ, επειδή είχα… ρεκόρ στην Ευρώπη!»

Ένας από τους πιο γρήγορους εξτρέμ στην Ευρώπη, στη δική του εποχή. Ένας ποδοσφαιριστής που «έγραψε» ιστορία με την εθνική Αγγλίας για τη Γουλβς, που κατέκτησε πρωτάθλημα με τους «λύκους», που αγαπήθηκε από τον κόσμο και που έκανε ντεμπούτο στο «Wembley», μπροστά σε οπαδούς… τριών διαφορετικών ομάδων. Ο Ματ Τζάρβις μιλά για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στην Εύα Μπέλλου, σε μία απολαυστική συνέντευξη για το England365, και δεν παραλείπει τον Σαμ Άλαρνταϊς, που τον ζήτησε λόγω ενός συγκεκριμένου ρεκόρ…



Ο Ματ Τζάρβις στο England365: «Με κάλεσε η Εθνική Αγγλίας και νόμιζα πως ήταν φάρσα – Πήγα στη Γουέστ Χαμ, επειδή είχα… ρεκόρ στην Ευρώπη!»

Πρόκειται για έναν ποδοσφαιριστή που αγωνίστηκε στο υψηλότερο επίπεδο για σχεδόν 20 χρόνια. Συζητάμε για έναν παίκτη που ξεκίνησε από την Τζίλιγχαμ και είδε το πιο μεγάλο όνειρό του να παίρνει «σάρκα» και «οστά» σε πολύ μικρή ηλικία.

Να πάρει μεταγραφή σε μία ομάδα της Championship, να κατακτήσει τον τίτλο ως βασικός, να αγωνιστεί στην Premier League και να «γράψει» ιστορία με τη Γουλβς, ως ο πρώτος παίκτης στον 21ο αιώνα που καλείται από την εθνική Αγγλίας. Το ποδόσφαιρο ήταν… παράδεισος για τον Ματ Τζάρβις, ο οποίος μιλά ανοιχτά για όσα έζησε στην καριέρα του, στην Εύα Μπέλλου και το England365.

Συνέδεσε την καριέρα του με τους «λύκους», έπαιξε στο «Wembley» και πίστευε πως είναι μαθητής σε… σχολείο μέσα στα αποδυτήρια της Αγγλίας, πήρε μεταγραφή – ρεκόρ στη Γουέστ Χαμ και αποδίδει το τηλέφωνο του Σαμ Άλαρνταϊς σε ένα ρεκόρ που κρατούσε ο ίδιος, εκείνη τη σεζόν, σε όλη την Ευρώπη.

Μια πραγματικά απολαυστική συζήτηση, που περνά πολλά μηνύματα, και εξηγεί πως η επιτυχία δεν είναι απλή, αλλά χρειάζεται θυσίες, κόπου και πόνο. Βίωσε σημαντικούς τραυματισμούς στην καριέρα του ο Ματ Τζάρβις, αλλά πλέον είναι εδώ, γεμάτος αυτοπεποίθηση, να γυρίσει τον χρόνο πίσω και να δηλώσει περήφανος που αποτέλεσε κομμάτι δύο συλλόγων στην Premier League!

Ακόμη και αν εκείνη τη μέρα που κλήθηκε από τα «τρία Λιοντάρια», βρισκόταν στην κουζίνα και έκλεισε το τηλέφωνο, γιατί θεωρούσε πως είναι φάρσα…

Διαβάστε αναλυτικά τη συνέντευξή του στην Εύα Μπέλλου:

Το όνομά σου είναι συνδεδεμένο με τη Γουλβς. Πώς προέκυψε η μεταγραφή σου από την Τζίλιγχαμ και ποιος έπαιξε τον πιο σημαντικό ρόλο για να βρεθείς στο Μολινό;

«Το συμβόλαιό μου με την Τζίλιγχαμ έληγε και, παρότι υπήρχαν αρκετοί σύλλογοι που ενδιαφέρονταν για μένα, ταξίδεψα μέχρι την Πορτογαλία για να συναντήσω τον Μικ ΜακΚάρθι, ο οποίος βρισκόταν εκεί για διακοπές. Η συνάντησή μας αποδείχθηκε καθοριστική.

Μου εξήγησε το όραμά του για τη Γουλβς, τους παίκτες που ήθελε να φέρει στην ομάδα και τον ρόλο που πίστευε ότι μπορούσα να έχω σε αυτό το πρότζεκτ. Από εκείνη την στιγμή δεν υπήρχε άλλη επιλογή στο μυαλό μου. Ο ΜακΚάρθι επηρέασε όσο κανείς άλλος την απόφασή μου να υπογράψω. 

Στη συνέχεια όλα κύλησαν πολύ γρήγορα. Η Γουλβς και η Τζίλιγχαμ συμφώνησαν στο ποσό της αποζημίωσης, επισκέφθηκα το Μολινό, γνώρισα από κοντά το περιβάλλον του συλλόγου και υπέγραψα το συμβόλαιό μου. Ήταν μια μεταγραφή που ολοκληρώθηκε χωρίς δεύτερες σκέψεις, γιατί από τη στιγμή που άκουσα το πλάνο της ομάδας, ήξερα ακριβώς πού ήθελα να συνεχίσω την καριέρα μου».

Πέρασες τα καλύτερα χρόνια της καριέρας σου στη Γουλβς και φόρεσες τη φανέλα της περισσότερες φορές από κάθε άλλη ομάδα. Ποια σεζόν ξεχωρίζει περισσότερο στη μνήμη σου και για ποιον λόγο;

«Δύο σεζόν ξεχωρίζουν περισσότερο στη μνήμη μου. Η πρώτη είναι εκείνη στην οποία κατακτήσαμε την Championship και ανεβήκαμε στην Premier League. Ήμασταν μια ομάδα γεμάτη νεαρούς παίκτες με κοινές φιλοδοξίες και τεράστια “δίψα” να φτάσουμε στο κορυφαίο επίπεδο. Παίξαμε ελκυστικό ποδόσφαιρο, κερδίσαμε πολλά παιχνίδια και το να κατακτήσουμε τον τίτλο, χωρίς να χρειαστεί να περάσουμε από τη διαδικασία των Play Offs, ήταν μια απίστευτη εμπειρία.

Η δεύτερη είναι ίσως πιο ιδιαίτερη σε προσωπικό επίπεδο. Παρότι εκείνη τη χρονιά η Γουλβς υποβιβάστηκε, εγώ πραγματοποίησα το ντεμπούτο μου με την Εθνική Αγγλίας. Ήμουν ο πρώτος παίκτης του συλλόγου μετά τον Στιβ Μπουλ, έπειτα από περίπου 30 χρόνια, που φόρεσε τη φανέλα της Αγγλίας και η στήριξη που ένιωσα από ολόκληρο τον σύλλογο και τον κόσμο ήταν συγκλονιστική. Πολλοί φίλαθλοι της Γουλβς βρέθηκαν, μάλιστα, στο γήπεδο για να ζήσουν μαζί μου εκείνη τη στιγμή. Είναι αναμνήσεις που θα με συνοδεύουν για πάντα».

Στις τρεις πρώτες σου σεζόν στην Premier League με τη Γουλβς έχασες μόλις έξι από τα 112 πιθανά παιχνίδια. Συνειδητοποιείς σήμερα πόσο εντυπωσιακή ήταν αυτή η συνέπεια και πού την αποδίδεις;

«Για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα σκεφτεί ποτέ τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο. Θα έπρεπε να γυρίσω πίσω και να δω ακόμη και γιατί έχασα εκείνα τα έξι παιχνίδια… Κοιτάζοντας το σήμερα, όμως, αντιλαμβάνομαι ότι ήταν ένα σημαντικό επίτευγμα.

Νομίζω πως όλα ξεκινούν από τη συνέπεια, τη σωστή διαχείριση του σώματός σου και το να ακούς τι σου λέει ο οργανισμός σου. Η Premier League είναι εξαιρετικά απαιτητική και αδυσώπητη, τόσο σωματικά όσο και πνευματικά. Παράλληλα, όμως, χρειάζεται να διατηρείσαι σε υψηλό επίπεδο ώστε ο προπονητής να σε εμπιστεύεται και να σε επιλέγει συνεχώς.

Πάνω απ’ όλα, όμως, αγαπούσα το ποδόσφαιρο. Λάτρευα να αγωνίζομαι και να εκπροσωπώ τη Γουλβς στην Premier League. Ήταν μια απαιτητική περίοδος, αλλά ταυτόχρονα απίστευτα απολαυστική, γιατί κάθε εβδομάδα είχες την ευκαιρία να δοκιμάζεις τον εαυτό σου απέναντι στους καλύτερους παίκτες και τις κορυφαίες ομάδες του κόσμου. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο κίνητρο και η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα».

Με τις εμφανίσεις που πραγματοποιούσες στην Premier League, είναι λογικό να υπήρξε ενδιαφέρον από μεγαλύτερους συλλόγους. Βρέθηκες ποτέ ένα βήμα πριν από μια μεταγραφή σε ομάδα που πρωταγωνιστούσε στην Αγγλία ή στην Ευρώπη;

«Οι πραγματικές ευκαιρίες για να αποχωρήσω ήρθαν μετά τον υποβιβασμό της Γουλβς. Από εκείνο το σημείο και μετά, η εξέλιξη μιας μεταγραφής δεν εξαρτιόταν μόνο από εμένα, αλλά και από το αν κάποιος σύλλογος μπορούσε να συμφωνήσει με τη Γουλβς στο οικονομικό σκέλος.

Υπήρξαν διάφορα σενάρια, όμως τελικά η Γουέστ Χαμ ήταν η ομάδα που κατάφερε να ολοκληρώσει τη συμφωνία. Μάλιστα, η μεταγραφή μου αποτέλεσε τότε ρεκόρ για τον σύλλογο, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, αν αναλογιστεί κανείς ότι η ομάδα είχε μόλις επιστρέψει στην Premier League.

Ήταν μεγάλη τιμή για μένα και μια σημαντική στιγμή στην καριέρα μου. Παράλληλα, όμως, όταν ένας σύλλογος επενδύει τόσα χρήματα για να σε αποκτήσει, συνοδεύεται και από μεγάλη πίεση και προσδοκίες».

Ο Σαμ Άλαρνταϊς ήταν ο προπονητής που σε υποδέχθηκε στη Γουέστ Χαμ. Πόσο καθοριστικός ήταν στην απόφασή σου να υπογράψεις για τον σύλλογο;

«Για να είμαι ειλικρινής, δεν χρειαζόμουν ιδιαίτερη πειθώ για να υπογράψω στη Γουέστ Χαμ. Ο Σαμ Άλαρνταϊς με ήθελε γιατί την προηγούμενη σεζόν είχα τα περισσότερα και πιο επιτυχημένα γεμίσματα στην Ευρώπη, ενώ αυτό ακριβώς ήταν το στυλ παιχνιδιού που ήθελε να εφαρμόσει. Ζητούσε από τους εξτρέμ να ανοίγουν το γήπεδο και να τροφοδοτούν συνεχώς την περιοχή, κάτι που ταίριαζε απόλυτα στα δικά μου χαρακτηριστικά.

Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν ο τρόπος που προσέγγιζε το παιχνίδι. Παρότι είχε τη φήμη ενός παραδοσιακού προπονητή, ήταν ιδιαίτερα προοδευτικός στη χρήση στατιστικών και δεδομένων. Χώριζε τη σεζόν σε κύκλους οκτώ αγώνων, έθετε συγκεκριμένους στόχους βαθμών και στη συνέχεια αξιολογούσε την πορεία της ομάδας πριν περάσει στο επόμενο διάστημα.

Αυτή η προσέγγιση βοηθούσε τους παίκτες να παραμένουν συγκεντρωμένοι και να διαχειρίζονται καλύτερα την πίεση της σεζόν. Ήταν ένας συνδυασμός παλιάς σχολής και σύγχρονης ποδοσφαιρικής σκέψης, κάτι που θεωρώ πως έκανε τον Σαμ Άλαρνταϊς ξεχωριστό».

Η Γουλβς και η Γουέστ Χαμ σημάδεψαν σημαντικά την καριέρα σου. Θεωρείς ότι αυτά τα κεφάλαια έχουν κλείσει ή θα ήθελες κάποια στιγμή να επιστρέψεις σε έναν από τους δύο συλλόγους με διαφορετικό ρόλο;

«Δεν είμαι σίγουρος ότι έχω τη φιλοδοξία να γίνω προπονητής. Ωστόσο, θέλω να παραμείνω κοντά στο ποδόσφαιρο και στους συλλόγους, με τους οποίους συνδέθηκα περισσότερο στην καριέρα μου.

Τα τελευταία χρόνια συνεργάζομαι με την ακαδημία της Γουλβς ως μέντορας νεαρών ποδοσφαιριστών, ενώ στη Γουέστ Χαμ έχω ρόλο πρεσβευτή του συλλόγου, συμμετέχοντας σε εταιρικές και εμπορικές δραστηριότητες.

Διατηρώ έναν ιδιαίτερα ισχυρό δεσμό και με τις δύο ομάδες και εξακολουθώ να έχω μεγάλο πάθος για το ποδόσφαιρο. Θα ήθελα, λοιπόν, να συνεχίσω να βρίσκομαι κοντά τους και να προσφέρω με κάποιον τρόπο στο μέλλον. Το μόνο βέβαιο είναι πως αυτός ο ρόλος δύσκολα θα είναι εκείνος του προπονητή».

Η φετινή σεζόν έκλεισε με… πικρό τρόπο για δύο συλλόγους που «υπηρέτησες» με επιτυχία, καθώς τόσο η Γουλβς όσο και η Γουέστ Χαμ υποβιβάστηκαν. Ποιο θα ήταν το μήνυμά σου προς τους φιλάθλους της κάθε ομάδας;»

«Είναι πραγματικά οδυνηρό να βλέπω δύο από τις σημαντικότερες ομάδες της καριέρας μου να υποβιβάζονται την ίδια σεζόν.

Για τη Γουλβς, πιστεύω ότι υπήρχε εδώ και καιρό η αίσθηση πως η κατάσταση ήταν δύσκολη, κάτι που της έδωσε χρόνο να σχεδιάσει την επόμενη μέρα. Είναι ένας σπουδαίος σύλλογος με εξαιρετικές υποδομές και ελπίζω ότι αυτός ο σχεδιασμός θα τη βοηθήσει να επιστρέψει άμεσα στην Premier League.

Στη Γουέστ Χαμ, αντίθετα, όλα κρίθηκαν την τελευταία αγωνιστική, κάτι που έκανε τον υποβιβασμό ακόμη πιο οδυνηρό. Θεωρώ ότι ο Νούνο έκανε πολύ καλή δουλειά, όμως τα προβλήματα των πρώτων μηνών της σεζόν κόστισαν ακριβά.

Και οι δύο σύλλογοι διαθέτουν το μέγεθος, την ιστορία και τη στήριξη του κόσμου τους για να επιστρέψουν. Είμαι βέβαιος ότι οι φίλαθλοι θα συνεχίσουν να βρίσκονται στο πλευρό τους και να τους δώσουν την ώθηση που χρειάζονται για να τα καταφέρουν».

Ποιος ήταν ο πιο δύσκολος αντίπαλος που αντιμετώπισες στην καριέρα σου και ποια ήταν η καλύτερη ομάδα απέναντι στην οποία αγωνίστηκες;

«Το 99% της καριέρας μου αγωνίστηκα ως αριστερός εξτρέμ. Η μοναδική φορά που θυμάμαι να μετακινούμαι συχνά στη δεξιά πλευρά ήταν όταν έπρεπε να αντιμετωπίσω τον Άσλεϊ Κόουλ. Για μένα, είναι ο κορυφαίος αριστερός μπακ που έχει αγωνιστεί ποτέ στην Premier League.

Είχε τα πάντα: ταχύτητα, δύναμη, τεχνική, αντοχές και ποδοσφαιρική ευφυΐα. Ακόμη κι όταν έβρισκες χώρο για να επιτεθείς, εκείνος είχε ήδη επιστρέψει στη θέση του. Έχω αντιμετωπίσει σπουδαίους αμυντικούς, όπως οι Ζαμπαλέτα, Ιβάνοβιτς, Κάιλ Γουόκερ, Γκάρι Νέβιλ και Γκλεν Τζόνσον, όμως ο Άσλεϊ Κόουλ βρίσκεται στην κορυφή της λίστας μου.

Όσο για την καλύτερη ομάδα που αντιμετώπισα, θα έλεγα την Τσέλσι των πρώτων μου χρόνων στην Premier League. Θυμάμαι ένα παιχνίδι στο “Στάμφορντ Μπριτζ” που χάσαμε με 4-0. Δεν μπορούσαμε καν να πλησιάσουμε τους παίκτες τους. Κάθε φορά που προσπαθούσαμε να πιέσουμε, η μπάλα κυκλοφορούσε τόσο γρήγορα που νιώθαμε ένα επίπεδο πιο κάτω. Ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα πραγματικά τι σημαίνει να αντιμετωπίζεις μια κορυφαία ομάδα της Premier League».

Υπήρξες συμπαίκτης του Ρομπ Έντουαρντς στη Γουλβς. Πώς αξιολογείς το έργο του ως προπονητή; 

«Το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μπορώ να κάνω στον Ρομπ Έντουαρντς αφορά τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται τους ανθρώπους. Ξέρει πώς να κερδίζει τους παίκτες, να τους κάνει να πιστεύουν στις ιδέες του και, κυρίως, να τους δίνει αυτοπεποίθηση.

Όταν ανέλαβε τη Γουλβς, θεωρούσα ότι το μεγαλύτερο ζήτημα δεν ήταν η τακτική, αλλά η πίστη και η νοοτροπία της ομάδας. Ο Ρομπ κατάφερε να ενώσει τα αποδυτήρια, να δημιουργήσει ένα ισχυρό ομαδικό πνεύμα και να κάνει τους παίκτες να πιστέψουν τόσο στους εαυτούς τους, όσο και στον προπονητή τους.

Δυστυχώς, η δυναμική που δημιούργησε δεν διατηρήθηκε μέχρι το τέλος της σεζόν, κάτι που ήταν απογοητευτικό. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι διαθέτει σημαντικές ικανότητες ως προπονητής και ότι η περίοδος αυτή του έδωσε την ευκαιρία να αξιολογήσει το ρόστερ και να καταλάβει ποιοι παίκτες μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για το μέλλον του συλλόγου».

Έχεις μιλήσει ανοιχτά για τις απορρίψεις που βίωσες στα πρώτα βήματα της καριέρας σου, αλλά και για τους σοβαρούς τραυματισμούς που αντιμετώπισες αργότερα. Πώς ένιωσες όταν όλη αυτή η προσπάθεια ανταμείφθηκε και κατάφερες να καθιερωθείς στην Premier League;

«Για να είμαι ειλικρινής, όσο αγωνίζεσαι δεν προλαβαίνεις να κοιτάξεις πίσω. Μόλις πετύχεις έναν στόχο, σκέφτεσαι αμέσως τον επόμενο. Βρίσκεσαι συνεχώς σε έναν κύκλο αγώνων, προπονήσεων και νέων προκλήσεων.

Μόνο όταν αποσύρθηκα και κοίταξα πίσω, συνειδητοποίησα πόσο ξεχωριστό ήταν αυτό το ταξίδι. Η απόρριψη που βίωσα στα 16 μου χρόνια με επηρέασε πολύ, αλλά τελικά έγινε το κίνητρο που με ώθησε να αποδείξω ότι μπορούσα να τα καταφέρω. Έναν χρόνο αργότερα αγωνιζόμουν ήδη στη Championship και από εκεί όλα πήραν τον δρόμο τους.

Το ίδιο ισχύει και για τους τραυματισμούς που αντιμετώπισα αργότερα. Ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος, όμως με δίδαξε ανθεκτικότητα και επιμονή. Σήμερα καταλαβαίνω ότι τόσο οι απορρίψεις όσο και οι δυσκολίες ήταν κομμάτι της διαδρομής που με διαμόρφωσε ως άνθρωπο και ως ποδοσφαιριστή».

Θυμάσαι τη στιγμή που έμαθες πως είχες κληθεί στην Εθνική Αγγλίας; Ποια ήταν η πρώτη σου αντίδραση και ποια συναισθήματα σε κατέκλυσαν τότε;

«Εκείνο το Σαββατοκύριακο είχαμε νικήσει την Άστον Βίλα με 1-0 στο Βίλα Παρκ και είχα πετύχει το νικητήριο γκολ, σε μια νίκη που ήταν η πρώτη της Γουλβς εκεί έπειτα από περίπου 20 χρόνια. Επέστρεψα σπίτι μου και αργότερα, καθώς έμπαινα στην κουζίνα, έλαβα ένα μήνυμα που έλεγε ότι είχα κληθεί στην Εθνική Αγγλίας.

Στην αρχή δυσκολεύτηκα να το πιστέψω. Είχα ακούσει ιστορίες για φάρσες και ψεύτικα μηνύματα, όμως λίγο αργότερα δέχθηκα τηλεφώνημα από την FA που επιβεβαίωσε ότι πράγματι είχα επιλεγεί.

Ήταν ένα όνειρο που γινόταν πραγματικότητα. Όταν έφτασα στην αποστολή ένιωσα σαν να ήταν η πρώτη μου μέρα στο σχολείο. Δεν γνώριζα προσωπικά κανέναν από τους διεθνείς, παρότι είχα αγωνιστεί απέναντί τους. Δεν ήξερα πού να καθίσω στο λεωφορείο ή στην τραπεζαρία, όμως όλοι με υποδέχθηκαν εξαιρετικά.

Το αποκορύφωμα ήταν το ντεμπούτο μου στο Γουέμπλεϊ μπροστά σε περισσότερους από 80.000 φιλάθλους. Εκεί βρίσκονταν η οικογένειά μου, οι φίλοι μου, οπαδοί της Τζίλιγχαμ, της Γουλβς και αργότερα έμαθα ακόμη και της Γουέστ Χαμ. Ήταν μία από εκείνες τις στιγμές που νιώθεις πως όλα έχουν μπει στη σωστή θέση. Δεν θα μπορούσα να είχα ονειρευτεί καλύτερο σκηνικό».

Κλείνοντας, όταν κοιτάζεις πίσω στην καριέρα σου, ποιο επίτευγμα σε κάνει περισσότερο περήφανο και πώς θα ήθελες να σε θυμούνται οι φίλαθλοι της Γουλβς και της Γουέστ Χαμ;

«Θα ήθελα ο κόσμος να με θυμάται ως έναν ποδοσφαιριστή που έδινε πάντα το 100%. Ο ρόλος μου ήταν να διασκεδάζω τον κόσμο, να παίρνω πρωτοβουλίες, να προκαλώ τους αντιπάλους στο ένας εναντίον ενός και να δημιουργώ ευκαιρίες. Αυτό ήταν κάτι που απολάμβανα πραγματικά και ελπίζω να είναι ένα από τα πράγματα που θυμούνται οι φίλαθλοι για μένα.

Όσο για το επίτευγμα που με κάνει πιο περήφανο, η συμμετοχή μου στην Εθνική Αγγλίας βρίσκεται στην κορυφή. Παράλληλα, όμως, θεωρώ σημαντικό επίτευγμα και το γεγονός ότι αγωνίστηκα σε τόσο υψηλό επίπεδο για 18-19 χρόνια.»