Ο προπονητής τερματοφυλάκων της Λίβερπουλ για 15 χρόνια, στο England365: «Χάσαμε τίτλους από τη διαιτησία, ποτέ μη λες ποτέ για Κλοπ, ήθελα τον… Νόιερ!»

Βρέθηκε στη Λίβερπουλ από το 2009 ως το 2024, διατήρησε τη θέση του ως προπονητής τερματοφυλάκων για 15 χρόνια, ήταν από τους πιο στενούς συνεργάτες του Γιούργκεν Κλοπ, κατέκτησε κάθε λογής τίτλο με τα «κόκκινα» στο «Άνφιλντ». Μία κουβέντα μαζί του εξηγεί πολλά και «σήμερα», ο Τζον Άχτερμπεργκ μιλά αποκλειστικά στο England365 και την Εύα Μπέλλου! Για τον Γερμανό προπονητή, για τον Νόιερ που πρότεινε, για τα πρωταθλήματα με τη Μάντσεστερ Σίτι που κρίθηκαν σε διαιτητικές αποφάσεις, για τον Στίβεν Τζέραρντ. Και δεν αποκλείει να γυρίσει στο «Νησί», ακόμη και αν δεν βρει εκεί τον «αγαπημένο» του, Άλισον Μπέκερ…



Ο προπονητής τερματοφυλάκων της Λίβερπουλ για 15 χρόνια, στο England365: «Χάσαμε τίτλους από τη διαιτησία, ποτέ μη λες ποτέ για Κλοπ, ήθελα τον… Νόιερ!»

Ονομάζεται Τζον Άχτερμπεργκ. Το όνομά του λίγοι θα το θυμάστε, για δύο λόγους. Τόσο γιατί δεν προφέρεται εύκολα, όσο και γιατί ο ρόλος του είναι από αυτούς τους αφανείς, που ναι μεν είναι απαραίτητοι, πλην όμως δεν παίρνουν ποτέ την προβολή που τους αξίζει.

Ποιος είναι; Πρόκειται για έναν 54χρονο, πλέον, Ολλανδό, ο οποίος ως ποδοσφαιριστής έπαιξε κυρίως στην χώρα του, αλλά ως προπονητής τερματοφυλάκων διακρίθηκε και έγινε ένας από τους κορυφαίους. Συνέδεσε την καριέρα του με τη Λίβερπουλ.

Αφίχθη στην ομάδα το 2009 και αποχώρησε μαζί με τον Γιούργκεν Κλοπ. Έμεινε 15 χρόνια στους «κόκκινους», ταυτίστηκε με τον σύλλογο, αγαπήθηκε όσο λίγοι και όπως δηλώνει χαρακτηριστικά στο England365, θεωρεί πως δημιούργησε την κορυφαία τριάδα γκολκίπερ στην ιστορία του συλλόγου!

Ο Άχτερμπεργκ φιλοξενείται από την Εύα Μπέλλου στο England365, σε μία αποκλειστική συνέντευξη για όλα και όλους. Για τα πρωταθλήματα που κρίθηκαν σε διαιτητικές αποφάσεις, για τον Γιούργκεν Κλοπ, για τον Νόιερ που είχε προτείνει, για το πόσο εντυπωσιακός ήταν στο «Άνφιλντ» ο Κώστας Τσιμίκας.

Εκθείασε τον Άλισον, θα έπαιρνε σε top ομάδα, ακόμη και σήμερα, τον Κουίβιν Κέλεχερ, ενώ δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να επιστρέψει στην Premier League, αν του παρουσιαστεί κατάλληλη πρόταση! Είναι εντυπωσιακό; Πήρε πρωτάθλημα, πήρε Champions League, κατέκτησε κάθε λογής τίτλο, αλλά δεν αλλάζει την Αγγλία…

Πού είναι σήμερα ο Τζον Άχτερμπεργκ; Στη Σαουδική Αραβία και την Αλ Ετιφάκ, διότι δεν μπορούσε να μην ακολουθήσει τον Στίβεν Τζέραρντ!

Ας τον απολαύσουμε...

Έχοντας δουλέψει τόσα χρόνια στο υψηλότερο επίπεδο, ποια θεωρείτε ότι είναι εκείνη η μία ποιότητα που κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε έναν καλό και έναν world-class τερματοφύλακα;

«Η διαφορά ανάμεσα σε έναν καλό και έναν top-class τερματοφύλακα έχει να κάνει κυρίως με τη λήψη αποφάσεων.

Αν μιλήσω με βάση την εμπειρία μου από τη Λίβερπουλ, αυτό που απαιτείται είναι να μπορείς να ανταποκριθεί σε μια ομάδα που αμύνεται ψηλά. Υπάρχουν μεγάλα διαστήματα όπου, μόλις παιχτεί η μπάλα στην πλάτη της άμυνας, πρέπει να βγεις άμεσα και σωστά.

Παράλληλα, χρειάζεται να είσαι αξιόπιστος στις σέντρες, να “καθαρίζεις” τις φάσεις, αλλά και να δίνεις συνέχεια στο παιχνίδι, είτε με τα πόδια είτε με τα χέρια, παίρνοντας τις σωστές αποφάσεις. Οι κορυφαίοι το κάνουν πιο γρήγορα και με λιγότερα λάθη. Εκεί κρίνεται η διαφορά.»

Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, αν έπρεπε να δώσετε προτεραιότητα, τι είναι πιο σημαντικό για έναν τερματοφύλακα: οι επεμβάσεις, το παιχνίδι με τα πόδια ή η κυριαρχία στον αέρα, και γιατί;

«Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, ο τερματοφύλακας πρέπει να είναι ικανός να κάνει τα πάντα. Το shot-stopping παραμένει θεμελιώδες, η βάση της θέσης εδώ και χρόνια.

Ωστόσο, το παιχνίδι έχει αλλάξει. Ο κανονισμός για το παιχνίδι με τα πόδια υπάρχει εδώ και καιρό, άλλαξε όταν ήμουν περίπου 16. Από τότε οι τερματοφύλακες έπρεπε να προσαρμοστούν. Σήμερα, πρέπει να παίζουν με τα πόδια, να δίνουν σωστά την μπάλα, κοντά ή μακριά, αλλά κυρίως να παίρνουν τις σωστές αποφάσεις.

Αν θέλεις να εξελίξεις έναν τερματοφύλακα, πρέπει να δουλεύεις σε όλες τις πτυχές του παιχνιδιού του: στα τετ-α-τετ, στις αποκρούσεις, στις τοποθετήσεις, στις σέντρες. Στο τέλος, δεν είναι θέμα να ξεχωρίσεις μία δεξιότητα, αλλά να τις συνδυάζεις όλες στο υψηλότερο επίπεδο.»

Έχετε δουλέψει στενά με τον Άλισον Μπέκερ. Πιστεύετε ότι αποτελεί τον ολοκληρωμένο σύγχρονο τερματοφύλακα; Καλύπτει όλα τα στοιχεία στο υψηλότερο επίπεδο;

«Ο σύγχρονος τερματοφύλακας πρέπει να τα κάνει όλα. Να μπορεί να ανταποκριθεί σε κάθε απαίτηση της θέσης και ο Άλισον το κάνει στο υψηλότερο επίπεδο. Για αρκετά χρόνια, πιθανότατα ήταν ο καλύτερος στον κόσμο.

Στη Λίβερπουλ βλέπουμε έναν απόλυτα ολοκληρωμένο τερματοφύλακα, προσαρμοσμένο στον τρόπο που θέλουμε να παίζουμε: καλύπτει χώρους, συμμετέχει στο build-up με τα πόδια και ανταποκρίνεται σε ό,τι του ζητάς.

Αυτό που τον ξεχωρίζει είναι η ηρεμία του υπό πίεση και η ικανότητά του να παίρνει σωστές αποφάσεις. Είναι ο παίκτης που κρατά την ομάδα μέσα στο παιχνίδι στις μεγάλες στιγμές και τελικά, αυτός που τη βοηθά να κερδίζει.»

Πώς θα περιγράφατε το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Άλισον Μπέκερ;

«Θα έλεγα ότι το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του είναι η ηρεμία του. Έχει καθαρό μυαλό, ξέρει πάντα τι πρέπει να κάνει και παίρνει σωστές αποφάσεις στις κρίσιμες στιγμές.

Παράλληλα, πραγματοποιεί επεμβάσεις που κερδίζουν παιχνίδια και κρατούν την ομάδα ζωντανή, όταν χρειάζεται περισσότερο. Και τελικά, αυτό είναι που κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε έναν καλό και έναν κορυφαίο τερματοφύλακα.»

Έχετε δουλέψει και με τον Κουίβιν Κέλεχερ. Πόσο δύσκολο είναι να διαχειριστείς και να εξελίξεις έναν τερματοφύλακα που είναι αρκετά καλός για βασικός, αλλά βρίσκεται πίσω από κάποιον όπως ο Άλισον Μπέκερ;

«Στόχος μας ήταν πάντα να εξελίσσουμε νέους τερματοφύλακες, δίνοντας ευκαιρίες στα μεγαλύτερα ταλέντα στην πρώτη ομάδα. Αρκετοί προχώρησαν και έκαναν καλή καριέρα, όπως οι Καμίλ Γκραμπάρα, Πίτερ Γκουλάτσι και Ντάνι Γουόρντ.

Ο Κουίβιν Κέλεχερ είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα αυτής της διαδικασίας. Εξελίχθηκε μέσα στη φιλοσοφία της Λίβερπουλ και, παρότι ήταν ο Νο2 πίσω από τον Άλισον, έχει αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί ως βασικός στο υψηλότερο επίπεδο.

Κατά τη γνώμη μου, αυτή τη στιγμή είναι καλύτερος από πολλούς τερματοφύλακες στην Αγγλία και έτοιμος για το κορυφαίο επίπεδο, κάτι που δείχνει πλέον και στη Μπρέντφορντ. Διαθέτει γρήγορες αντιδράσεις, ηρεμία, σωστή λήψη αποφάσεων και ικανότητα στο παιχνίδι με τα πόδια. Είναι ένας ολοκληρωμένος, σύγχρονος τερματοφύλακας.»

Κατά τη διάρκεια της παρουσίας σας στη Λίβερπουλ, πώς εξελίχθηκε ο ρόλος του τερματοφύλακα υπό τον Γιούργκεν Κλοπ; Τι άλλαξε περισσότερο σε σχέση με προηγούμενες εποχές; 

«Νομίζω ότι όταν ήρθε ο Γιούργκεν Κλοπ, δεν άλλαξαν πολλά σε αυτό το κομμάτι. Η φιλοσοφία, από τη δική μου οπτική, ήταν πάντα να βρίσκουμε τερματοφύλακες με συγκεκριμένο προφίλ: περίπου 1.88–1.94, ολοκληρωμένους, αθλητικούς, γρήγορους και δυνατούς.

Η Λίβερπουλ χρειάζεται έναν τερματοφύλακα που να καλύπτει χώρους, να έχει εκρηκτικότητα και να παίρνει σωστές αποφάσεις. Αυτό ήταν πάντα το προφίλ που αναζητούσα.

Πλέον δεν είμαι εκεί, οπότε η προσέγγιση μπορεί να έχει αλλάξει με τους ανθρώπους που παίρνουν τώρα τις αποφάσεις. Ωστόσο, με τον Κλοπ υπήρχε απόλυτη ταύτιση σε αυτό, και γι’ αυτό λειτούργησε τόσο καλά.»

Υπήρξε κάποιος τερματοφύλακας που θα θέλατε να συνεργαστείτε μαζί του στη Λίβερπουλ, αλλά για τον οποιονδήποτε λόγο, δεν επετεύχθη συμφωνία;

«Το βασικό ζήτημα ήταν πάντα το οικονομικό, πόσα μπορείς να διαθέσεις για έναν τερματοφύλακα. Υπήρχαν περιπτώσεις που πρότεινα παίκτες, αλλά δεν υπήρχε το απαιτούμενο budget για να προχωρήσουν οι μεταγραφές.

Μιλάμε για τερματοφύλακες όπως ο Μάνουελ Νόιερ, ο Σαμίρ Χαντάνοβιτς και ο Μαρκ-Αντρέ Τερ Στέγκεν, οι οποίοι ταίριαζαν απόλυτα στον τρόπο παιχνιδιού της Λίβερπουλ. Την περίοδο εκείνη, όμως, βρίσκονταν σε συλλόγους όπως η Σάλκε, η Γκλάντμπαχ και η Ουντινέζε, κάτι που ανέβαζε το κόστος.

Στο τέλος της ημέρας, η απόφαση ανήκει πάντα στον σύλλογο, αν μπορεί και αν θέλει να επενδύσει σε έναν τερματοφύλακα. Και η Λίβερπουλ έχει τον δικό της, συγκεκριμένο τρόπο λειτουργίας σε αυτό το κομμάτι.»

Πώς θα περιγράφατε τη σχέση σας με τον Γιούργκεν Κλοπ; Διατηρείτε ακόμη επαφή σήμερα;

«Ήταν εξαιρετική η συνεργασία με τον Γιούργκεν Κλοπ. Μου έδινε την ελευθερία να δουλεύω με τους τερματοφύλακες, να τους εξελίσσω και να προτείνω επιλογές, χωρίς να παρεμβαίνει.

Φυσικά, ως προπονητής είχε πάντα τον τελευταίο λόγο, εκείνος έπαιρνε τις τελικές αποφάσεις για το ποιος παίζει και τι χρειάζεται να αλλάξει. Υπήρχε, όμως, εμπιστοσύνη και ξεκάθαρη επικοινωνία.

Είχαμε μια πολύ καλή συνεργασία και διατηρούμε ακόμη επαφή. Άλλαξε το κλαμπ προς το καλύτερο, μας έκανε όλους να πιστέψουμε και να κερδίσουμε. Ήμασταν μια δυνατή ομάδα και αυτό φάνηκε στο γήπεδο.»

Ήταν τόσο δυνατή η σχέση του Γιούργκεν Κλοπ με τους παίκτες του, όπως έμοιαζε να βγαίνει προς τα έξω;

«Νομίζω ότι ο Γιούργκεν Κλοπ ήταν πάντα εξαιρετικός στη διαχείριση ανθρώπων. Κρατούσε την ομάδα ενωμένη και σεβόταν όλους τους παίκτες, ακόμη κι όταν θεωρούσε ότι κάποιος δεν βρισκόταν στο επίπεδο που ήθελε.

Δεν υποτιμούσε κανέναν, ούτε δημόσια, ούτε εσωτερικά. Πίστευε ότι όλοι έχουν ρόλο, από τον βασικό μέχρι τον τελευταίο της αποστολής και αυτό ήταν το μήνυμα: δεν κερδίζεις με 11, αλλά με ολόκληρη την ομάδα!

Κατάφερνε να παίρνει το καλύτερο από όλους. Ήταν θετικός, αλλά ταυτόχρονα και απαιτητικός, ήξερε πότε να σου πει τι πρέπει να αλλάξεις, πάντα όμως με τρόπο που σε βοηθούσε να εξελιχθείς. Ήταν ένας πολύ δυνατός motivator.

Αυτό φαινόταν και στον πάγκο. Υπήρχε πάθος από όλο το τεχνικό επιτελείο!  Αντιδρούσαμε, στηρίζαμε την ομάδα, παλεύαμε για τον σύλλογο και τους οπαδούς.

Και το έβλεπες ξεκάθαρα και στο γήπεδο: σε κάθε γκολ, σε κάθε πανηγυρισμό, ήταν κάτι παραπάνω από απλή χαρά, ήταν ένταση, ενότητα και πίστη.»

Πόσο απαιτητικές ήταν σε ψυχολογικό επίπεδο εκείνες οι σεζόν με 97–98 βαθμούς και τις συνεχείς μάχες με τη Μάντσεστερ Σίτι; Τι είναι αυτό που θυμάστε περισσότερο από εκείνη την περίοδο;

«Υπήρχε μια μεγάλη αντιπαλότητα με τη Μάντσεστερ Σίτι, που έπαιζε εξαιρετικό ποδόσφαιρο. Από τη δική μας πλευρά, ήμασταν άτυχοι σε κάποιες περιπτώσεις. Χάσαμε τον τίτλο για έναν βαθμό, φτάσαμε κοντά στους 100 πόντους χωρίς να τον κατακτήσουμε, ενώ υπήρξε σεζόν που χάσαμε μόλις ένα παιχνίδι και πάλι δεν πήραμε το πρωτάθλημα.

Σε τέτοιο επίπεδο, οι λεπτομέρειες κάνουν τη διαφορά. Και πιστεύω ότι σε αρκετές περιπτώσεις, οι διαιτητικές αποφάσεις έπαιξαν ρόλο στο αν θα κερδίσεις ή όχι.

Αυτές είναι οι μικρές ισορροπίες που πρέπει να αποδεχτείς, αλλά, προσωπικά, θεωρώ ότι θα μπορούσαμε να έχουμε κατακτήσει περισσότερους τίτλους αν κάποιες αποφάσεις είχαν πάει υπέρ μας.»

Μπορείτε να μας περιγράψετε την προετοιμασία πριν από τον τελικό του Champions League 2019; Τι ακριβώς συζητούσατε με τον Άλισον Μπέκερ; Ήταν τα πέναλτι μέρος της προετοιμασίας;

«Η προετοιμασία για τον τελικό του 2019 δεν διέφερε ουσιαστικά από οποιοδήποτε άλλο παιχνίδι. Δεν θέλαμε να δημιουργήσουμε επιπλέον πίεση.

Ακολουθούσαμε την ίδια διαδικασία: ανάλυση των στημένων φάσεων, κόρνερ υπέρ και κατά, φάουλ, τον τρόπο που επιτίθεται ο αντίπαλος, τα δυνατά σημεία των επιθετικών και των εξτρέμ, αλλά και το πώς αμύνεται στις δικές μας επανεκκινήσεις.

Φυσικά, συζητούσαμε και τα πέναλτι, τόσο για τον τερματοφύλακα, όσο και για τους εκτελεστές.

Στο τέλος, η λογική ήταν απλή: να το αντιμετωπίσουμε όπως κάθε άλλο παιχνίδι, χωρίς επιπλέον πίεση, με καθαρό μυαλό και σωστή προετοιμασία.»

Δεν μπορούσαμε να κλείσουμε χωρίς να ρωτήσουμε για τον Κώστα Τσιμίκα. Ποια είναι η άποψή σας για εκείνον, έχοντας δουλέψει μαζί του από την πρώτη του μέρα στη Λίβερπουλ;

«Ο Κώστας είναι εξαιρετικός χαρακτήρας και πολύ καλός συμπαίκτης. Φέρνει θετική ενέργεια και χιούμορ στην ομάδα, ενώ διαθέτει και πολύ καλή αριστερή πάσα. Το ότι πέτυχε το νικητήριο πέναλτι του έδωσε αυτή τη “μαγική” στιγμή.

Φυσικά, σε τέτοιες περιπτώσεις χρειάζεται και ο τερματοφύλακας, να κάνει τη δική του επέμβαση. Υπήρξε απόκρουση, υπήρξε και χαμένο πέναλτι του αντιπάλου, οπότε στο τέλος είναι πάντα ομαδική προσπάθεια.

Η προετοιμασία είναι ξεκάθαρη: το τεχνικό επιτελείο καθορίζει τη λίστα των εκτελεστών και δουλεύουμε καθημερινά στα πέναλτι πριν από το παιχνίδι. Οι τερματοφύλακες προπονούνται συστηματικά, ώστε να είναι έτοιμοι για τη στιγμή που θα κρίνει τα πάντα.

Στο τέλος, τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη, προετοιμάζεσαι για τη μεγάλη στιγμή.»

Κατά τη διάρκεια της παρουσίας σας στην Αγγλία, δεχτήκατε προτάσεις από άλλες ομάδες της Premier League για να αποχωρήσετε από τη Λίβερπουλ; Ίσως ιδιαίτερα στα τελευταία σας χρόνια, πριν πάρετε την απόφαση να αποχωρήσετε;

«Κατά τη διάρκεια της παρουσίας μου στη Λίβερπουλ, δεν υπήρξε κάποια προσέγγιση από άλλον σύλλογο της Premier League. Πιθανότατα γιατί βρισκόμουν ήδη σε ένα κορυφαίο επίπεδο.

Μέχρι και σήμερα, δεν είχα κάποια πρόταση από άλλες ομάδες, ενώ δεν είχα και κάποιον ατζέντη να το επιδιώξει.

Η μοναδική πρόταση που προέκυψε ήταν από τον Στίβεν Τζέραρντ, για να τον ακολουθήσω στη Σαουδική Αραβία, κάτι που αποδέχθηκα, καθώς το συμβόλαιό μου με τη Λίβερπουλ ολοκληρωνόταν.

Παράλληλα, υπήρχε και η αποχώρηση του Γιούργκεν Κλοπ, οπότε ο σύλλογος ήθελε να ακολουθήσει μια διαφορετική κατεύθυνση, κάτι απόλυτα λογικό μετά από τόσα χρόνια.

Γενικώς, πάντως, έζησα 15 χρόνια στη Λίβερπουλ και ήταν η καλύτερη περίοδος της ζωής μου. Κατακτήσαμε τα πάντα, εξελίξαμε τερματοφύλακες και βοηθήσαμε πολλούς να κάνουν το επόμενο βήμα, κάτι που προσπαθώ να κάνω και τώρα στη Σαουδική Αραβία. Πιστεύω ότι την περίοδο που ήμουν εκεί, δημιουργήσαμε ίσως τη πιο ολοκληρωμένη “σχολή” τερματοφυλάκων στην ιστορία της Λίβερπουλ. Είχαμε Νο1, Νο2 και ακόμη και τον Νο3, όπως ο Άντριαν, όλοι ικανοί να ανταποκριθούν στον τρόπο παιχνιδιού μας.»

Πόσο ρεαλιστική θεωρείτε μια ενδεχόμενη επιστροφή του Γιούργκεν Κλοπ στη Λίβερπουλ στο μέλλον;

«Όσον αφορά τον Γιούργκεν Κλοπ, “Never say never”, όπως έχει πει κι ο ίδιος! Αλλά αυτή τη στιγμή δείχνει ευτυχισμένος με τη ζωή του εκτός πάγκου και απολαμβάνει τον χρόνο με την οικογένειά του και αυτό είναι το πιο σημαντικό.»

Εσείς θα επιστρέφατε στην Premier League στο μέλλον;

Αν προκύψει κάποια ευκαιρία από την Premier League, φυσικά και θα την εξετάσω. Προς το παρόν, όμως, δεν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο.»