Το λαμπρό αστέρι που δεν έλαμψε ποτέ!

Το όνομα του Αντριαν Ντόχερτι δεν είναι από εκείνα που ανακαλεί από τη μνήμη του κάποιος οπαδός της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, όταν θα αναφερθεί στη «γενιά του ‘92». Ωστόσο για εκείνους που τον είδαν να αγωνίζεται, το ταλέντο του με τη μπάλα στα πόδια θα μείνει ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη για πάντα.



Το λαμπρό αστέρι που δεν έλαμψε ποτέ!

Με αφορμή την 27η επέτειο από την υπογραφή του συμβολαίου του με τους «κόκκινους διαβόλους» ο Observer θυμάται τον παίκτη που αγωνιζόταν στο άλλο άκρο από εκείνο που έπαιζε ο Ράιαν Γκιγκς (που ακόμη τότε λεγόταν Γουίλσον) και με την  απόδοση του στο γήπεδο είχε οδηγήσει τον Αλεξ Φέργκιουσον να αναρωτηθεί αν ήταν το καλύτερο ταλέντο που διέθετε εκείνη η φουρνιά.  

Ο Τόνι Παρκ, ο οποίος παρακολουθεί τα τμήματα υποδομής των «κόκκινων διαβόλων» από τη δεκαετία του 70 και υπήρξε ένας από τους συγγραφείς του εξαιρετικού βιβλίου «Sons of United», θυμάται την εκπληκτική ταχύτητα που χαρακτήριζε το παιχνίδι του Ντόχερτι. Μάλιστα ο Βορειοιρλανδός ήταν ένας από τους τέσσερις που είχε ξεχωρίσει ο Παρκ, ότι θα κατάφερναν να κάνουν υψηλού επιπέδου καριέρα στον σύλλογο. Αν σκεφτούμε ότι άλλοι τρεις ήταν ο Νόρμαν Γουάιτσαιντ, ο Πολ Σκόουλς και ο Ραιαν Γκίγκς, σίγουρα είχε δίκιο.  

«Ο Γκιγκς μπορεί να διέθετε εξαιρετικό αριστερό πόδι και ταχύτητα και ο Σκόουλς να χρησιμοποιούσε εκπληκτικά και τα δυο πόδια χωρίς όμως να έχει εκρηκτικότητα» θυμάται  ο Παρκ και συμπληρώνει αμέσως: «Αλλά ο Ντόχερτι είχε τα πάντα».

Τα λεγόμενα του επιβεβαιώνει και ο τεχνικός της Λίβερπουλ Μπρένταν Ρότζερς, ο οποίος υπήρξε φίλος του Ντόχερτι από την εποχή που αγωνίζονταν στην ίδια ομάδα στη Βόρειο Ιρλανδία και αργότερα ταξίδευαν μαζί στην Αγγλία για αγωνιστούν με τη φανέλα της Γιουνάιτεντ στην ομάδα των U-16, στα πρώτα χρόνια της θητείας του Σερ Αλεξ Φέργκιουσον στο Ολντ Τράφορντ. «Ρωτήστε τον Γκιγκς, τον Σκόουλς και τους αδελφούς Νέβιλ. Θα σας πουν ότι υπήρξε ο καλύτερος ποδοσφαιριστής με τον οποίο έπαιξαν μαζί».

Το ταλέντο του Ντόχερτι φυσικά και δεν πέρασε απαρατήρητο από τον Φέργκι ο οποίος τον ανέβασε για πρώτη φορά στη μεγάλη ομάδα σε ηλικία 16 ετών, τον Μάρτιο του 1990, ύστερα από προτροπή και των μελών του προπονητικού τιμ.

Η κοινή καταγωγή με τον Τζορτζ Μπεστ δημιούργησε προσδοκίες πως ο πιτσιρικάς από τον Στράμπαν θα προκαλούσε την ίδια εντύπωση. Αυτούς τους παραλληλισμούς φρόντισαν να επισημάνουν και οι εφημερίδες του Μάντσεστερ.  «Ο Ντόχερτι, στην πρώτη του χρονιά, είναι πάρα πολύ ντροπαλός όμως αγωνίζεται με θάρρος για να ταιριάξει με τα προσόντα του. Είναι ένα εξτρεμ που μπορεί να ντριμπλάρει με μεγάλη ταχύτητα και να σουτάρει και με τα δυο πόδια» ανέφερε ο  ρεπόρτερ της Manchester Evening News, Ντειβιντ Μικ που επί δεκαετίες κάλυπτε τα θέματα της Γιουνάιτεντ.  

Ωστόσο, ο Ντόχερτι δεν θα καταφέρει να αγωνιστεί ποτέ με τη πρώτη ομάδα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ αφού η ιστορία του θα εξελιχτεί με τραγικό τρόπο. Λίγες μέρες πριν κάνει το ντεμπούτο σε ένα ματς κόντρα στην Καρλάιλ τραυματίζεται στον χιαστό. Του παίρνει επτά μήνες για να αναρρώσει και στην επιστροφή του, το γόνατο του «λυγίζει» ξανά. Αυτή τη φορά χρειάζεται πάνω από ένας χρόνος για να επιστρέψει και πια δεν είναι ο ίδιος  παίκτης με πριν. Εξάλλου εκείνα τα χρόνια ένας τραυματισμός στον χιαστό, όχι μόνο μπορούσε να πάει πίσω μια καριέρα, αλλά και να την καταστρέψει. Ο Ντόχερτι το διαπίστωσε με τον πιο πικρό τρόπο.

Ο πατέρας του, πίστευε πως η Γιουνάιτεντ θα μπορούσε να τον είχε βοηθήσει περισσότερο, όμως η αλήθεια είναι πως ο Ντόχερτι δεν ήταν ο τύπος που ήθελε να γίνει σούπερσταρ. Όσοι τον γνώριζαν, τον χαρακτήριζαν μποέμ και ελαφρώς εκκεντρικό. Δεν έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα γρήγορα αυτοκίνητα, τα ρούχα ή τα περίεργα  κουρέματα και πολύ συχνά εμφανιζόταν στο προπονητικό κέντρο μαζί με την κιθάρα του. Ο (τότε συμπαίκτης του)  Ρόμπι Σάβατζ, τον θυμάται να «γρατζουνάει» την κιθάρα του στο διπλανό δωμάτιο, ενώ σε κάποια γιορτή επέλεξε να παίξει τραγούδια του Μπομπ Ντιλαν.  Κατά βάθος, ο Ντόχερτι δεν ενδιαφερόταν για το ποδόσφαιρο και προτιμούσε να γράφει ποιήματα. «Ήταν δυνατός και ικανός ποδοσφαιριστής, όμως εγώ θα τον θυμάμαι περισσότερο για την προσωπικότητα του και την ευφυΐα του. Του άρεσε να συζητά για μουσική, βιβλία και ποίηση» αναφέρει ο Μπράιαν ΜακΚλέρ που έκανε μεγάλη καριέρα με τους «κόκκινους διαβόλους». 

Χωρίς το ποδόσφαιρο έπρεπε να ζήσει και έτσι αποφάσισε να εργαστεί σε εργοστάσιο σοκολάτας στο Πρέστον, ενώ δοκίμαζε πάντα μήπως και τα κατάφερνε ως ποδοσφαιριστής. Αλλά με εξαίρεση τις τρεις εμφανίσεις που έκανε με τη φανέλα της Ντέρι Σιτι, με την οποία στο παρελθόν είχε αγωνιστεί και ο πατέρας του, Τζίμι, η καριέρα του είχε τελειώσει πριν καν αρχίσει και θα  χαρακτηρίζεται ως «ο καλύτερος παίκτης που δεν είδαμε ποτέ».  

Το διάστημα που η Γιουνάιτεντ ως πρωταθλήτρια Ευρώπης πανηγύριζε την κατάκτηση του έκτου πρωταθλήματος σε μια οκταετία, τον Απρίλιο του 2000, έχοντας ως βασικό κορμό της τη «γενιά του 92», ο Ντόχερτι μετανάστευε στο Αμστερνταμ για να εργαστεί σε εταιρεία επίπλων. Στην πρώτη εβδομάδα παραμονής του στην ολλανδική πρωτεύουσα παραμόνευε για αυτόν ένα ακόμη χτύπημα της μοίρας: γλιστρά και πέφτει μέσα σε κανάλι τρέχοντας να προλάβει το τρένο, πηγαίνοντας για δουλειά. Βρέθηκε σε κώμα επί ένα μήνα και έφυγε από τη ζωή,  μια μέρα πριν κλείσει τα 27 του χρόνια.

Η είδηση του θανάτου του λαμπρού αστεριού που δεν μπόρεσε να λάμψει ποτέ, αναφέρθηκε μόνο στις εφημερίδες της πατρίδας του, ενώ στις αγγλικές δεν βρέθηκε χώρος παρά μόνο λίγες γραμμές στο κυριακάτικο φύλλο της Mirror.