Γκάρι Σπιντ: Η ευλογία ενός αθάνατου «11»!

Θράσος που του επέτρεψε να μείνει στην ιστορία και μία καριέρα που «πνίγηκε» στην αδικία. Τα «γιατί» της αυτοκτονίας του, το 2011, παραμένουν λιγότερα από αυτά που πρόσφερε ο Γκάρι Σπιντ στο βρετανικό ποδόσφαιρο. Τα πιο ασυνήθιστα ρεκόρ του Νησιού έχουν την «σφραγίδα» του!  

Advertisement
Γκάρι Σπιντ: Η ευλογία ενός αθάνατου «11»!

Κάποιες στιγμές ή κινήσεις έχουν ένα τεράστιο υπόβαθρο που (σχεδόν) κανείς δεν μπορεί να το εντοπίσει παρά μόνο ο πρωταγωνιστής. Μία τέτοια περίπτωση ήταν και ο Γκάρι Σπιντ. Ο Ουαλός που «βύθισε» στο πένθος ολόκληρη την Ευρώπη, τον Νοέμβριο του 2011, όταν έβαλε τέλος στην ζωή του, δίχως κανείς να ξέρει μέχρι και σήμερα το «γιατί». Ωστόσο, η ποδοσφαιρική διαθήκη που άφησε στο άθλημα, δεν έπαψε να λάμπει ούτε στιγμή πριν και μετά τον θάνατό του, με τα ρεκόρ του να παραμένουν ασυναγώνιστα. Μπορεί σαν όνομα να μην έγινε ευρέως γνωστός, όμως η ποιότητα και το θράσος, τον έκαναν να μείνει για πάντα, στο βιβλίο της ιστορίας. Το επίθετό του, σήμαινε «ταχύτητα», με τον ίδιο να το χρησιμοποιεί για να προσπεράσει την εποχή του.

Ο, γεννημένος στις 8 Σεπτεμβρίου του 1969, Ουαλός, έγινε επαγγελματίας στα 19 του χρόνια, φορώντας την φανέλα της Λιντς, την περίοδο 1988-89. Με τις εντυπωσιακές του εμφανίσεις στον άξονα αλλά και στο αριστερό άκρο, έγινε γρήγορα βασική μονάδα και βοήθησε τα μέγιστα για την άνοδο της ομάδας του στην πρώτη κατηγορία, την σεζόν 1989-90. Ένα από τα μεγαλύτερα ρεκόρ της Πρέμιερ Λιγκ είχε πάρει τον δρόμο για την επίτευξη του. Παρά το νεαρό της ηλικίας του και την παρουσία μεγάλων ονομάτων, όπως των Ερίκ Καντονά, Γκάρι ΜακΆλιστερ και Ντέβιντ Μπάτι, ο Σπιντ αναδείχθηκε ως ο κορυφαίος παίκτης της χρονιάς για την ομάδα του, όταν αυτή κατέκτησε το πρωτάθλημα το 1991/92. Η πρώτη του ατομική επιτυχία, συνδυάστηκε με το περιβραχιόνιο του αρχηγού στα 22 του χρόνια, με τις ηγετικές του ικανότητες, εντός και εκτός αγωνιστικού χώρου, να τον κατατάσσουν σε μία διαφορετική κατηγορία ποδοσφαιριστή. Μία μεγάλη καριέρα είχε ξεκινήσει.

Η επόμενη χρονιά, βρήκε την Λιντς να παίρνει το εισιτήριο για το (νέο) Champions League. Στον πρώτο γύρο, η γερμανική Στουτγάρδη έμελλε να σταματήσει πρόωρα το όνειρο των «παγωνιών» με το 3-0 του πρώτου αγώνα. Ωστόσο, ένα από τα ωραιότερα γκολ στην διοργάνωση μέχρι και σήμερα, του διεθνή Ουαλού, ήταν η αρχή της ανατροπής στο παιχνίδι του «Έλαντ Ρόουντ». Το τελικό 4-1, έδινε την πρόκριση στους Γερμανούς λόγο του εκτός έδρας γκολ, όμως η παράνομη χρησιμοποίηση του Γιόβο Σίμανιτς, έδωσε το παιχνίδι στα χαρτιά (3-0) για τους Άγγλους. Λόγω ισοφάρισης του σκορ, πραγματοποιήθηκε και τρίτο παιχνίδι, στο «Κάμπ Νου», με το 2-1 να δίνει την πρόκριση στην Λιντς. Τελικά η Ρέιντζερς στον επόμενο γύρο, θα είναι ο σύλλογος που θα αποκλείσει τους «λευκούς» από την ευρωπαϊκή διοργάνωση. Ο χαμένος τίτλος του Λιγκ Καπ, το 1995/96, ήταν αρχή της «γρουσουζιάς» για τους τελικούς της καριέρας του Σπιντ. Η σταθερότητα των καλών εμφανίσεων και τα συνολικά 57 γκολ σε 312 αναμετρήσεις, έδωσαν το έναυσμα στην Έβερτον να καταβάλει το ποσό των 3,5 εκ. λιρών, το καλοκαίρι του 1996 για να τον κάνει δικό της.

Αρκετοί είπαν ότι δεν θα καταφέρει να προσαρμοστεί, αφού ήταν η πρώτη φορά που θα άφηνε την ομάδα από την οποία «γεννήθηκε». Σε ηλικία 27 ετών, ο Σπιντ, από το ξεκίνημα της θητείας του στα «ζαχαρωτά», απέδειξε ότι το αγγλικό ποδόσφαιρο, δεν έχει δει τίποτα ακόμα. Τερματίζοντας στην πρώτη θέση των σκόρερ, μαζί με τον Ντάνκαν Φέργκιουσον, με 11 γκολ και έχοντας βασικό ρόλο για την παραμονή στην πρώτη κατηγορία, είδε το όνομα του να υμνείται από τον ποδοσφαιρικό κόσμο του Νησιού. Οι «χαμηλές πτήσεις» της ομάδας του αλλά και η πρόταση των 5.5 εκ. λιρών της Νιούκαστλ, τον Φλεβάρη του 1998, έκαναν τον πολυθεσίτη κεντρικό, να αλλάξει για τρίτη φορά χρώματα στην καριέρα του, όντας από τους κορυφαίους μέσους της Λίγκας. Από την ομάδα του Λίβερπουλ, αποχώρησε με 58 εμφανίσεις και 16 γκολ στο βιογραφικό του, τα οποία θα τον συνόδευαν στην συνέχεια με τις «καρακάξες».

Με την εμπειρία του να είναι στο υψηλότερο επίπεδο, ο αρχηγός της εθνικής Ουαλίας πέρασε τα πιο ωραία του χρόνια στο Νιούκαστλ. Οι δύο συνεχόμενοι χαμένοι τελικοί του FA Cup δεν επισκίασαν τις 213 εμφανίσεις και τα 29 γκολ που πέτυχε αλλά ούτε και τις ευρωπαϊκές στιγμές που έζησε. Από την πορεία του UEFA Cup του 1999/00, όπου σταμάτησε στον τρίτο προκριματικό, μέχρι την δεύτερη φάση των ομίλων του Champions League του 2002/03 και από εκεί στον τελικό του UEFA Intertoto Cup του 2001/02. Φυσικά, ξεχωριστή θέση στην καρδιά του αλλά και στους φίλους των «ασπρόμαυρων», ήταν οι ημιτελικοί του UEFA Cup του 2003/04, οι οποίοι αποτελούν την τελευταία φορά που ο αγγλικός σύλλογος έφτασε τόσο μακριά, μέχρι και σήμερα . Ωστόσο, το γεγονός ότι τα χρόνια περνούσαν και οι «καρακάξες» ανακάλυπταν νέα ταλέντα, δεν άφηναν χώρο παρουσίας στον Σπιντ με αποτέλεσμα την αποχώρηση και την μεταγραφή του στην Μπόλτον, το καλοκαίρι του 2004. Εκεί, θα έγραφε το όνομά του, με «χρυσά» γράμματα στην Premier League.

Μπορεί ηλικιακά να μεγάλωνε αλλά τα πόδια του δεν είχαν χάσει την αντοχή τους. Η μεγάλη στιγμή της καριέρας του σε ολόκληρο το αγγλικό ποδόσφαιρο, είχε φτάσει. Στις 9 Δεκεμβρίου του 2006, η νίκη της Μπόλτον επί της Γουέστ Χαμ με 4-0 πέρασε σε δεύτερη μοίρα, καθώς ο Γκάρι Σπιντ, είχε γίνει ο πρώτος ποδοσφαιριστής που φτάνει τις 500 συμμετοχές στην Premier League. Ένα πολύ σπάνιο στατιστικό είχε επιτευχθεί και ο Ουαλός έμεινε για πάντα ο άνθρωπος που έκοψε πρώτος το «νήμα». Τα χαρακτηριστικά του, του πρόσφεραν μία θέση ως παίκτης-προπονητής από τον Μάϊο μέχρι τον Οκτώβριο του 2007, όταν και απολύθηκε ο Σαμ Άλαρνταϊς. Ταυτόχρονα, προλαβαίνοντας τον συμπατριώτη του, Ράιαν Γκίγκς, κατάφερε να γίνει ο πρώτος ποδοσφαιριστής που σκοράρει σε κάθε σεζόν από τότε που η πρώτη κατηγορία μετονομάστηκε σε Premier League (από το 1992/93 μέχρι το 2007/08). Οι επιθετικοί παγκόσμιας κλάσης που είχαν πατήσει στο αγγλικό χορτάρι, είδαν έναν κεντρικό να τους «κλέβει» το πιο περίεργο ρεκόρ μέχρι σήμερα.

Το κοντέρ σταμάτησε στις 121 συμμετοχές και στα 14 γκολ προτού αποκτηθεί από την Σέφιλντ Γιουνάιτεντ, την πρωτοχρονιά του 2008, όπου αποχαιρέτησε την πρώτη κατηγορία που υπηρέτησε για όλη του την καριέρα. Σε μία από τις πιο ιστορικές ομάδες της Αγγλίας, ο Σπιντ αγωνίστηκε μέχρι τα 41 του, όπου «κρέμασε τα παπούτσια» του και ξεκίνησε την προπονητική του πορεία. Ωστόσο, παρότι είχε το ταλέντο και την απόλυτη ποδοσφαιρική ευφυΐα, δεν έμεινε για πολλά χρόνια στους πάγκους, αφού μετά την Σέφιλντ, ανέλαβε την εθνική Ουαλίας. Ως, ο δεύτερος σε συμμετοχές στην ιστορία της (87 αγώνες), αποδείχθηκε η κατάλληλη επιλογή, αφού, με 5 νίκες και 5 ήττες, ανέβασε την χώρα που τόσο αγαπούσε, στην 50η θέση από την 117η που την παρέλαβε. Η επαφή του με τα γήπεδα, τελείωσε ταυτόχρονα με την ζωή του, αφού 15 μέρες μετά την φιλική νίκη με σκορ 4-1 επί της Νορβηγίας, βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του. Μία στιγμή που γέμισε ερωτηματικά όλη την χώρα και την Ευρώπη, με την Νιούκαστλ να είναι ο τελευταίος σύλλογος που παρακολούθησε (κόντρα στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ παρέα με τον Άλαν Σίρερ), λίγες ώρες πριν την μοιραία πράξη.

Το συγκλονιστικό πάθος που τον συντρόφευε στην καριέρα του, χάθηκε μέσα στην αδικία που περιτριγύριζε όλη την πορεία του στα γήπεδα. Ένας ποδοσφαιριστής που η ποιότητα και η ευφυΐα του, ήταν κάτι παραπάνω από το φυσιολογικό, «έφυγε» χωρίς να αγγίξει κάποιον από τους τίτλους που του άξιζαν. Το αγαπημένο του «11» ήταν μαζί του μέχρι το θάνατο.

Νότης Χάλαρης