Το ρεκόρ με το… «μουστάκι»!

Ιστορία βγαλμένη από παραμύθι ή μία ανατριχιαστική ανάμειξη γεγονότων; Ο Τζουζέπε Μπέργκομι είναι η επιτομή της «τύχης» και προσθέτει μία παραπάνω ελπίδα στους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, μέσα από το επίτευγμά του. Ένας μικρός «θείος» του Παγκοσμίου Κυπέλλου!

Advertisement
Το ρεκόρ με το… «μουστάκι»!

«Τι; Δηλαδή είσαι αλήθεια 17; Μου φαίνεσαι σαν έναν θείο μου» ήταν τα λόγια του Τζαμπιέρο Μαρίνι όταν αντίκρισε το μεγαλύτερο ταλέντο της Ιταλίας εκείνη την περίοδο. Το παρατσούκλι «θείος» μπήκε αμέσως ως ταμπέλα, πάνω στον Τζουζέπε Μπέργκομι, τον άνθρωπο που δεν αποτέλεσε απλώς την σημαία της Εθνικής Ιταλίας και της Ίντερ, αλλά κατάφερε να κάνει κάτι που δύσκολα το ξανασυναντάει κάποιος στον χώρο του αθλήματος. Ο μικρός με το μουστάκι βρέθηκε στα τελικά, τεσσάρων Μουντιάλ χωρίς να έχει αγωνιστεί σε κανένα προκριματικό γύρο (!!). Όσο περίεργο και αν ακούγεται, η σειρά διαφόρων γεγονότων, του πρόσφεραν στο τέλος αυτή την τρομερή διάκριση.

 Ήταν Απρίλιος του 1982 όταν ο δεξιοπόδαρος αμυντικός κάνει ντεμπούτο με τα χρώματα της «σκουάντρα τζούρα», σε φιλικό κόντρα στην Ανατολική Γερμανία. Η ήττα με 1-0 πέρασε μόνο στα τυπικά, αφού όλα τα φώτα ήταν στραμμένα πάνω στον πιο «έμπειρο» νέο της εποχής, καθώς από τις 22 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, ήταν βασικός και αναντικατάστατος με την ομάδα της Ίντερ.

Όλα αυτά τα δεδομένα, κάνουν τον τότε τεχνικό της Ιταλίας, Έντσο Μπεαρτσότ, να τον βάλει στην 22άδα για το Μουντιάλ του 1982 στα γήπεδα της Ισπανίας. Η αρχή ενός τρομερού ρεκόρ μπαίνει στην γραμμής «εκκίνησης» και πάνω στην ενηλικίωσή του, ο Μπέργκομι θα πάρει την ευκαιρία του, στον ημιτελικό (!) απέναντι στην Βραζιλία αφού όλα τα προηγούμενα παιχνίδια τα είδε από τον πάγκο. Η πρόκριση στον τελικό, τον φέρνει αντιμέτωπο με τον κορυφαίο εξτρέμ της διοργάνωσης, τον Καρλ Χάιντς Ρουμενίγκε της Δυτικής Γερμανίας. Το βιβλίο της ιστορίας αρχίζει να σημειώνει το όνομα του με την λήξη του παιχνιδιού καθώς ήταν υπεύθυνος για την «απουσία» του νυν πρόεδρου της Μπάγερν Μονάχου.

 Η κατάκτηση του τροπαίου, φέρνει την Εθνική του ομάδα σε απευθείας πρόκριση στο επόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο, αυτό του 1986 στο Μεξικό. Οι εμφανίσεις του με την Ίντερ δεν «επιτρέπουν» στον Ομοσπονδιακό τεχνικό να μην τον καλέσει στην αποστολή. Η βασική επιλογή στο δεξί άκρο της άμυνας απέκτησε το δικό του όνομα χωρίς αυτό να τον ενοχλεί στο να χρησιμοποιηθεί και ως στόπερ όποτε χρειαζόταν. Ωστόσο στην Λατινική Αμερική, τα πράγματα για την ομάδα του, δεν εξελίχθηκαν όπως στην Ισπανία. Η ήττα με 2-0 από την αντίστοιχη της Γαλλίας, έφεραν τον αποκλεισμό από την φάση των «16» της διοργάνωσης, κάτι που έφερε «γκρίνια» στις τάξεις των Ιταλών. Ωστόσο, η ευκαιρία για επιστροφή στην κορυφή, περίμενε τέσσερα χρόνια μετά.

Το 1990, η γειτονική χώρα έχει πάρει την διοργάνωση στα δικά της γήπεδα, με αποτέλεσμα να έχει προκριθεί χωρίς προκριματικό γύρο και πάλι. Ο Τζουζέπε Μπέργκολι θα είναι και πάλι παρών δίχως αμφιβολία, με την καριέρα του να απογειώνεται όλο και περισσότερο και τον ώριμο νέο να έχει εξελιχθεί σε έναν

έμπειρο άντρα. Ο αποκλεισμός στον ημιτελικό από την Εθνική Αργεντινής του Ντιέγκο Μαραντόνα με 4-3 στα πέναλτι (1-1 κανονική διάρκεια) δεν επιτρέπει στους Ιταλούς να επιστρέψουν στις επιτυχίες σε Μουντιάλ. Ο 26χρονος, τότε, αμυντικός παραμένει, ωστόσο, ένας εκ των διακριθέντων, με την Ίντερ να «καμαρώνει» για τον άνθρωπο που έβγαλε από τα σπλάχνα της.

Η λεπτομέρεια αυτού του εξαιρετικού ποδοσφαιριστή, ήταν ότι ξεσπούσε χωρίς λόγο και η ώρα που θα του στοίχιζε δεν άργησε. Στις 5 Ιουνίου του 1991, η Εθνική Ιταλίας δίνει ένα πολύ κρίσιμο παιχνίδι προκριματικών για το Euro του 1992, στο Όσλο κόντρα στην Νορβηγία. Με την ομάδα του να χάνει 2-1, ο Μπέργκολι θα αντικρίσει την πρώτη κόκκινη κάρτα στην καριέρα του, ως παίχτης της Εθνικής Ιταλίας στα τελευταία λεπτά, καθώς θα χαστουκίσει έναν αντίπαλο. Αυτή η κίνηση, παρότι ήταν η πρώτη αποβολή μετά από 76 συμμετοχές με το εθνόσημο, θα κάνει την Ομοσπονδία της χώρας να τον αποβάλει για έξι αγωνιστικές από τους αγώνες της «σκουάντρα τζούρα» κάτι που, ουσιαστικά, τον έκανε «παλαίμαχο» στα 28 του, μόλις, χρόνια για την εθνική ομάδα. Ωστόσο, αυτή η απόφαση, έμελλε να του προσφέρει αυτή την ξεχωριστή θέση στην ιστορία.

Έχοντας «πατήσει» τα 34 του χρόνια και έχοντας κατακτήσει ως αρχηγός το UEFA Cup με την Ίντερ, ο Τσέζαρε Μαλτίνι (πατέρας του Πάολο Μαλντίνι), αποφασίζει να τον συμπεριλάβει στην αποστολή για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 στην Γαλλία. Η κλήση του αποτέλεσε έκπληξη λόγω του συμβάντος που έγινε 7 χρόνια νωρίτερα, χωρίς, όμως, να μετατραπεί σε «σκιά» για αυτή την επιλογή. Αν και ο ρόλος ήταν (κυρίως) αναπληρωματικός, ο τραυματισμός του Αλεσάντρο Νέστα στην αρχή των ομίλων, τον έφερε να συμπληρώνει την τετράδα της άμυνας με τους Πάολο Μαλντίνι, Αλεσάντρο Κοστακούρτα και Φάμπιο Καναβάρο. Η εμπειρία αλλά και οι ηγετικές του ικανότητες βάσταγαν σαν κολόνα τις ισορροπίες στα αποδυτήρια και στον αγωνιστικό χώρο. Ο αποκλεισμός στα προημιτελικά από την (μετέπειτα πρωταθλήτρια κόσμου) Γαλλία στην διαδικασία των πέναλτι (με 4-3 και 0-0 η κανονική διάρκεια), έγινε το 81ο και τελευταίο παιχνίδι για τον «θείο» των Ιταλών που κατάφερε να παρευρεθεί σε τέσσερα Μουντιάλ δίχως να έχει καταγράψει ούτε ένα λεπτό σε προκριματικό γύρο για αυτές τις διοργανώσεις.

Η αποβολή του, συνδυάστηκε με την απόλυτη αφοσίωση στην Ίντερ και από εκεί στην επιστροφή του χάρης, έναν θρύλο της… Μίλαν, για την προσθήκη του στα πιο σπάνια ρεκόρ του αθλήματος. Ο Τζουζέπε Μπέργκομι υπάρχει για να δίνει ελπίδες σε όλους τους ποδοσφαιριστές, ότι κάποια στιγμή μπορούν και εκείνοι να νιώσουν την εμπειρία της κορυφαίας διοργάνωσης του κόσμου.

Νότης Χάλαρης