Ο Τζίνι ΒαΪνάλντουμ οφείλει τα πάντα στη... γιαγιά του!

Πολλοί λένε πως αν έχεις ανθρώπους γύρω σου να σε στηρίζουν, όσο άσχημα και αν είναι τα πράγματα θα τα καταφέρεις. Ο Τζορτζίνιο ΒαΪνάλντουμ, είχε ακριβώς αυτό το στήριγμα για να φτάσει ως εδώ που είναι σήμερα.

Advertisement
Ο Τζίνι ΒαΪνάλντουμ οφείλει τα πάντα στη...  γιαγιά του!

Ρότερνταμ, τέλη δεκαετίας του ΄90. Είναι ένα κρύο χειμωνιάτικο πρωινό, τόσο νωρίς που οι περισσότεροι ακόμα κοιμούνται. Στην άκρη του δρόμου, ένα μικρό παιδάκι περπατάει κρατώντας την ποδοσφαιρική του στολή. Μαζί του είναι και μία ηλικιωμένη κυρία, που του κρατάει το χέρι. Είναι η γιαγιά του. Ο δρόμος μέχρι τις προπονητικές εγκαταστάσεις της Σπάρτα Ρότερνταμ είναι μακρύς, όμως μην έχοντας αμάξι και αφού τόσο νωρίς που είναι δεν υπάρχει κάποια συγκοινωνία, είναι αναγκασμένοι να περπατήσουν μέσα στο κρύο και το σκοτάδι.

Αυτή είναι μία συνηθισμένη μέρα της παιδικής ηλικίας του Τζορτζίνιο ΒαΪνάλντουμ, η γιαγιά του Φρανσίνα όμως δεν τον άφησε ποτέ του μόνο. Ούτε τότε, ούτε καν μέχρι και τώρα. Ήταν αυτή που τον μεγάλωσε όταν η μητέρα του έφυγε από το Ρότερνταμ για το Άμστερνταμ και άφησε τον μικρό Τζίνι στον άνθρωπο που μετέπειτα αποδείχτηκε ο πιο σημαντικός της ζωής του.

Δεν του εξασφάλισε μόνο μια στέγη ή τροφή αλλά του έδωσε την ευκαιρία να γίνει αυτό που είναι σήμερα. Ένας καταξιωμένος ποδοσφαιριστής. Εκείνη ήταν η αιτία που ο εγγονός της άρχισε να κλωτσάει μπάλα, αφού με αυτόν τον τρόπο ήθελε να τον κρατήσει μακριά από τις κακοτοπιές των δρόμων. Ο ΒαΪνάλντουμ, μέχρι τα επτά του χρόνια δεν είχε ιδέα από ποδόσφαιρο αφού ούτε έπαιζε, ούτε παρακολουθούσε. Το όνειρό του ήταν να γίνει γυμναστής ή ακροβάτης, όμως η γιαγιά του ήταν λες και είχε δει πως το μέλλον του είναι συνυφασμένο με την στρογγυλή θεά και ανέλαβε η ίδια να τον πηγαίνει στις προπονήσεις της Σπάρτα Ρότερνταμ.

Ο Ολλανδός θυμάται << Ήμασταν φτωχοί. Δεν είχαμε αμάξι και αναγκαζόμασταν να πηγαίνουμε στις προπονήσεις με τα πόδια. Το προπονητήριο απείχε από το σπίτι μας 45 λεπτά και έπρεπε στις 7:00 το πρωί να είμαστε εκεί. Ποτέ μου δεν με άφησε να πάω μόνος μου όμως. Ακόμα, και  με το κρύο, τον χειμώνα ερχόταν μαζί μου, παρά την ηλικία της >>. Οι θυσίες της Φρανσίνα όμως έπιασαν τόπο. Ο Τζίνι αφού έμεινε για αρκετά χρόνια στην Σπάρτα, πήρε πια την μεγάλη μεταγραφή για την Φέγενορντ.

Ύστερα από τέσσερα χρόνια στο Ντε Κάιπ, ήρθε η ώρα να αφήσει πίσω του πια το Ρότερνταμ και την γιαγιά του και να ''ανοίξει τα φτερά'' του. Το 2011 σε ηλικία 21 χρονών μετακόμισε στην ΑΪντχόφεν, όπου σαν αρχηγός της κατέκτησε το πρωτάθλημα του 2015. Ένα χρόνο πριν όμως στα γήπεδα της Βραζιλίας βίωσε όπως έχει πει ο ίδιος την καλύτερη στιγμή στην μέχρι τώρα καριέρα του. Την κατάληψη της 3ης θέσης με την Εθνική Ολλανδίας στο Μουντιάλ της Βραζιλίας. Τη χαρά αυτή όμως δεν την πέρασε μόνος του, αφού η γιαγιά του ήταν και πάλι εκεί γι'αυτόν, ταξιδεύοντας στην άλλη άκρη του πλανήτη για να είναι δίπλα στον εγγονό της.

Όταν το 2015 αναδείχθηκε κορυφαίος Ολλανδός ποδοσφαιριστής της χρονιάς, στη βράβευσή του αναφέρθηκε μόνο σε ένα πρόσωπο. << Πάντα ήσουν εκεί για μένα. Με οδήγησες στο ποδόσφαιρο. Είσαι η αναπνοή μου, η καρδιά μου, το σώμα μου. Είσαι τα μάτια μου, το μυαλό μου. Με λίγα λόγια είσαι τα πάντα μου >>. Ο Ολλανδός με το που τελείωσε τον λόγο του ξέσπασε σε κλάματα. Δεν αναφερόταν σε κάποιο προπονητή ή συμπαίκτη. Ούτε καν σε κάποιο γονιό, αλλά στην γυναίκα που από πέντε χρονών είναι πάντα εκεί για αυτόν. Στην Φρανσίνα του.

Τώρα πια ο Τζίνι παίζει σε μια από τις καλύτερες ομάδες του κόσμου, την Λίβερπουλ, όντας βασικό γρανάζι της ομάδας που πέρυσι έφτασε μέχρι τον τελικό του Champions League και που φέτος πάει ολοταχώς για το πρώτο πρωτάθλημα μετά από 29 χρόνια. Τις επιτυχίες και τα γκολ του Ολλανδού δεν τα πανηγυρίζουν όμως μόνο οι οπαδοί της ομάδας του ΜερσεΪσάιντ, αλλά και η γιαγιά Φρανσίνα στο σαλόνι κάποιου σπιτιού του Ρότερνταμ, παρέα με την φανέλα του αγαπημένου της Τζίνι από το ντεμπούτο του με την Σπάρτα, την οποία έχει φυλάξει για να τις θυμίζει πόσες δυσκολίες πέρασαν μέχρι να φτάσουν και οι δύο τους, στο σημείο που είναι σήμερα. Ο Τζορτζίνιο να διαπρέπει στο γήπεδο και η γιαγιά του να τον καμαρώνει.

Βασίλης Ταμπραντζής